Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, ένα νέο φάρμακο με το όνομα θαλιδομίδη κυκλοφόρησε στην αγορά ως ένα απόλυτα ασφαλές ηρεμιστικό, κατάλληλο ακόμα και για εγκύους που υπέφεραν από πρωινή ναυτία. Διαφημίστηκε με σθένος σε δεκάδες χώρες, υποσχόμενο ανακούφιση χωρίς παρενέργειες. Ωστόσο, η πραγματικότητα που ακολούθησε ήταν μια από τις μεγαλύτερες ιατρικές καταστροφές του 20ού αιώνα. Χιλιάδες παιδιά γεννήθηκαν με σοβαρές δυσπλασίες στα άκρα, την ακοή και την όραση, ενώ αναρίθμητες γυναίκες υπέστησαν αποβολές, χωρίς αρχικά να γνωρίζουν ότι η αιτία κρυβόταν στο σκεύασμα που εμπιστεύτηκαν.
Η ιστορία της θαλιδομίδης ξεκινά από τη γερμανική εταιρεία Chemie Grünenthal, η οποία ιδρύθηκε από πρώην μέλη του ναζιστικού κόμματος και στελεχώθηκε από επιστήμονες που είχαν εμπλακεί σε φρικτά πειράματα κατά τη διάρκεια του πολέμου. Υπάρχουν μάλιστα υποψίες ότι το φάρμακο αναπτύχθηκε αρχικά ως αντίδοτο σε νευρικά αέρια. Η έρευνα για την ασφάλειά του ήταν ελλιπέστατη, καθώς δεν έγιναν ποτέ δοκιμές σε πρωτεύοντα θηλαστικά ούτε μελετήθηκαν οι επιπτώσεις του στην εγκυμοσύνη. Οι επιστήμονες της εποχής πίστευαν λανθασμένα ότι ο πλακούντας λειτουργούσε ως αδιαπέραστο φράγμα, αγνοώντας ότι η θαλιδομίδη μπορούσε να επηρεάσει άμεσα την ανάπτυξη του εμβρύου κατά τις κρίσιμες πρώτες εβδομάδες της κύησης.
Η τραγωδία περιορίστηκε σημαντικά στις Ηνωμένες Πολιτείες χάρη στην επιμονή της φαρμακολόγου Frances Oldham Kelsey, η οποία αρνήθηκε την έγκριση του φαρμάκου παρά τις ασφυκτικές πιέσεις των εταιρειών, ζητώντας περισσότερα στοιχεία για την ασφάλειά του. Τελικά, η σύνδεση μεταξύ του φαρμάκου και των γενετικών ανωμαλιών επιβεβαιώθηκε το 1961 από τους γιατρούς Widukind Lenz και William McBride, οδηγώντας στην άμεση απόσυρσή του. Ακολούθησαν πολυετείς δικαστικοί αγώνες για αποζημιώσεις, ενώ οι επιζώντες της θαλιδομίδης συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν μέχρι σήμερα σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως πρόωρη αρθρίτιδα, λόγω της καταπόνησης του σώματός τους.
Παραδόξως, η θαλιδομίδη δεν εξαφανίστηκε από την ιατρική φαρέτρα. Σήμερα χρησιμοποιείται υπό αυστηρότατο έλεγχο για τη θεραπεία της λέπρας και ορισμένων μορφών καρκίνου, ωστόσο η κληρονομιά της παραμένει μια ζωντανή υπενθύμιση των κινδύνων που ελλοχεύουν όταν το κέρδος και η βιασύνη προηγούνται της επιστημονικής δεοντολογίας. Η υπόθεση αυτή ανάγκασε τις αρχές παγκοσμίως να θεσπίσουν πολύ αυστηρότερα πρωτόκολλα για τη δοκιμή και την έγκριση φαρμάκων, αλλάζοντας για πάντα τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ασφάλεια των φαρμακευτικών σκευασμάτων.