Η ιστορία της νόσου των τρελών αγελάδων, επιστημονικά γνωστής ως Σπογγώδης Εγκεφαλοπάθεια των Βοοειδών (BSE), αποτελεί ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια στη σύγχρονη διατροφική ιστορία. Όλα ξεκίνησαν στα μέσα της δεκαετίας του 1980 στη Μεγάλη Βρετανία, όταν οι κτηνίατροι άρχισαν να παρατηρούν περίεργα συμπτώματα σε αγελάδες, οι οποίες έχαναν τον συντονισμό τους, εμφάνιζαν τρέμουλο και γίνονταν ασυνήθιστα επιθετικές. Η πρώτη επίσημη περίπτωση καταγράφηκε το 1984, αλλά χρειάστηκαν χρόνια μέχρι οι αρχές να παραδεχτούν την έκταση του προβλήματος και τον κίνδυνο που ελλόχευε για τη δημόσια υγεία.
Η ρίζα του κακού βρισκόταν σε μια πρακτική που σήμερα φαντάζει αδιανόητη: τη σίτιση των αγελάδων με ζωοτροφές που περιείχαν επεξεργασμένα υπολείμματα άλλων ζώων, συμπεριλαμβανομένων και βοοειδών. Αυτός ο αναγκαστικός κανιβαλισμός μετέτρεψε τα φυτοφάγα ζώα σε φορείς θανατηφόρων πρωτεϊνών, των πριόν (prions), που προκαλούσαν μικροσκοπικές τρύπες στον εγκέφαλο, κάνοντάς τον να μοιάζει με σφουγγάρι. Παρά τις προειδοποιήσεις ορισμένων επιστημόνων, η βρετανική κυβέρνηση επέλεξε αρχικά να υποβαθμίσει το θέμα για να προστατεύσει τις εξαγωγές κρέατος, φτάνοντας στο σημείο ο Υπουργός Γεωργίας Τζον Γκάμερ να ταΐσει δημόσια την τετράχρονη κόρη του με μπέργκερ, σε μια προσπάθεια να πείσει το κοινό ότι το βρετανικό βόειο κρέας ήταν ασφαλές.
Η κατάσταση έγινε τραγική όταν η νόσος πέρασε το φράγμα των ειδών και άρχισε να προσβάλλει ανθρώπους, εκδηλούμενη ως μια νέα παραλλαγή της νόσου Creutzfeldt-Jakob (vCJD). Σε αντίθεση με την κλασική μορφή της νόσου που πλήττει ηλικιωμένους, η παραλλαγή αυτή σκότωνε νέους ανθρώπους, προκαλώντας τους ταχύτατη νοητική κατάρρευση και θάνατο. Η επίσημη παραδοχή της κυβέρνησης το 1996 ότι οι «τρελές αγελάδες» μπορούσαν πράγματι να μολύνουν τους ανθρώπους προκάλεσε παγκόσμιο πανικό, οδήγησε σε εμπάργκο του βρετανικού κρέατος και στην εξολόθρευση εκατομμυρίων βοοειδών.
Αν και σήμερα η νόσος θεωρείται σε μεγάλο βαθμό ελεγχόμενη χάρη στους αυστηρούς ελέγχους και την απαγόρευση των επικίνδυνων ζωοτροφών, οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι η απειλή μπορεί να μην έχει εξαλειφθεί πλήρως. Λόγω της μακράς περιόδου επώασης των πριόν, η οποία μπορεί να φτάσει ακόμη και τις δεκαετίες, υπάρχει ο φόβος ότι κάποιοι άνθρωποι μπορεί να είναι «σιωπηλοί φορείς» της νόσου χωρίς να το γνωρίζουν. Η ιστορία αυτή παραμένει μια ισχυρή υπενθύμιση των κινδύνων που προκύπτουν όταν η οικονομική σκοπιμότητα τίθεται πάνω από την επιστημονική δεοντολογία και την ασφάλεια των καταναλωτών.