Η υπόθεση του Κώστα Τσαλικίδη παραμένει ένα από τα πιο σκοτεινά και πολυσυζητημένα μυστήρια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, άρρηκτα συνδεδεμένο με το σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών που συγκλόνισε τη χώρα το 2004-2005. Ο 39χρονος υπεύθυνος τεχνολογίας της Vodafone βρέθηκε απαγχονισμένος στο διαμέρισμά του στον Κολωνό στις 9 Μαρτίου 2005, μόλις μία ημέρα πριν η κυβέρνηση ενημερωθεί επίσημα για την ύπαρξη παράνομου λογισμικού που παρακολουθούσε τα τηλέφωνα κορυφαίων πολιτικών και στελεχών της ΕΥΠ. Αν και οι αρχές έσπευσαν αρχικά να κλείσουν την υπόθεση ως αυτοκτονία, η οικογένειά του δεν σταμάτησε ποτέ να παλεύει για την ανάδειξη της αλήθειας, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για μια καλοστημένη δολοφονία.
Το παρασκήνιο των υποκλοπών αποκαλύπτει έναν ιστό κατασκοπείας με διεθνείς προεκτάσεις, καθώς το παράνομο λογισμικό φαίνεται να είχε στηθεί από ξένες μυστικές υπηρεσίες, με κεντρικό πρόσωπο τον Αμερικανό πράκτορα William Basil. Ο Τσαλικίδης, λόγω της θέσης του, είχε αντιληφθεί το μέγεθος της παραβίασης και είχε εκφράσει έντονη ανησυχία, δηλώνοντας στη σύντροφό του ότι έπρεπε να φύγει από την εταιρεία γιατί ήταν «ζήτημα ζωής και θανάτου». Η απόφαση να αφαιρεθεί το κακόβουλο λογισμικό λίγες ώρες πριν το θάνατό του, κατέστρεψε κρίσιμα στοιχεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στους δράστες, ενισχύοντας τις υποψίες για μια οργανωμένη προσπάθεια συγκάλυψης.
Οι μεταγενέστερες έρευνες και οι αναλύσεις κορυφαίων ιατροδικαστών από την Ελλάδα και το εξωτερικό αμφισβήτησαν έντονα το σενάριο της αυτοκτονίας. Στοιχεία όπως η θέση του σημαδιού στο λαιμό, η έλλειψη σημειώματος και η ψυχολογική κατάσταση του Τσαλικίδη, ο οποίος έκανε σχέδια για το μέλλον και τον επικείμενο γάμο του, οδηγούσαν στο συμπέρασμα του στραγγαλισμού και της σκηνοθετημένης αυτοκτονίας. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δικαίωσε τελικά την οικογένεια, κρίνοντας ότι οι ελληνικές έρευνες ήταν ανεπαρκείς, γεγονός που οδήγησε στο άνοιγμα της υπόθεσης και την άσκηση ποινικής δίωξης για ανθρωποκτονία από πρόθεση.
Σήμερα, αν και η δολοφονία του Κώστα Τσαλικίδη αναγνωρίζεται πλέον ως το αποτέλεσμα της εμπλοκής του σε μια υπόθεση εθνικής ασφαλείας, οι φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί παραμένουν ατιμώρητοι. Η επιμονή της οικογένειάς του κατάφερε να αποτρέψει τη λήθη και να αποδείξει ότι ο θάνατός του δεν ήταν μια πράξη απελπισίας, αλλά μια εκτέλεση που στόχευε στη διασφάλιση της σιωπής γύρω από το μεγαλύτερο σκάνδαλο υποκλοπών στην Ελλάδα. Η υπόθεση αυτή αποτελεί μια διαρκή υπενθύμιση των κινδύνων που ελλοχεύουν στα σκοτεινά μονοπάτια των μυστικών υπηρεσιών και της ανάγκης για πλήρη διαφάνεια και δικαιοσύνη.