Η περίοδος της τριπλής Κατοχής της Ελλάδας κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο κρύβει σελίδες ανείπωτου πόνου, με τη βουλγαρική διοίκηση στην περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης να χαρακτηρίζεται από πολλούς ιστορικούς ως η πλέον σκληρή και απάνθρωπη. Σε αντίθεση με τους Γερμανούς και τους Ιταλούς, οι Βούλγαροι σύμμαχοι του Άξονα δεν περιορίστηκαν στην στρατιωτική επιβολή, αλλά εφάρμοσαν ένα συστηματικό σχέδιο εκβουλγαρισμού του πληθυσμού. Στόχος τους ήταν η οριστική αλλοίωση της εθνικής ταυτότητας της περιοχής, θεωρώντας τα εδάφη αυτά ως "αλύτρωτες" βουλγαρικές πατρίδες που επέστρεφαν στην κατοχή τους.
Οι μαρτυρίες των ανθρώπων που έζησαν εκείνα τα πέτρινα χρόνια περιγράφουν μια καθημερινότητα γεμάτη τρόμο, στερήσεις και εξευτελισμούς. Από τις πρώτες κιόλας ημέρες, η βουλγαρική γλώσσα έγινε υποχρεωτική σε κάθε δημόσια έκφανση της ζωής, ενώ η χρήση της ελληνικής απαγορεύτηκε αυστηρά ακόμα και στις κατ' ιδίαν συζητήσεις, με την ποινή του ξυλοδαρμού ή της φυλάκισης να καραδοκεί. Τα ελληνικά σχολεία έκλεισαν, οι εκκλησίες στελεχώθηκαν από Βούλγαρους ιερείς και τα ελληνικά επίθετα άλλαξαν βίαια, αποκτώντας βουλγαρικές καταλήξεις, σε μια προσπάθεια να σβηστεί κάθε ίχνος ελληνικότητας από τα επίσημα έγγραφα.
Η οικονομική εξαθλίωση και η πείνα χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλεία καταπίεσης, με τους κατοίκους να υποχρεούνται σε καταναγκαστικά έργα, τα διαβόητα "ντουρντουβάκια". Χιλιάδες Έλληνες άνδρες στάλθηκαν στο εσωτερικό της Βουλγαρίας για να εργαστούν κάτω από άθλιες συνθήκες σε ορυχεία και σιδηροδρομικές γραμμές, με πολλούς από αυτούς να μην επιστρέφουν ποτέ. Ταυτόχρονα, οι βουλγαρικές αρχές προχώρησαν σε μαζικές κατασχέσεις περιουσιών και καλλιεργειών, αφήνοντας τον ντόπιο πληθυσμό στο έλεος της εξαθλίωσης, ενώ την ίδια στιγμή μετέφεραν Βούλγαρους εποίκους για να κατοικήσουν στα σπίτια των Ελλήνων.
Η κορύφωση του δράματος ήρθε με την εξέγερση της Δράμας τον Σεπτέμβριο του 1941, η οποία πνίγηκε στο αίμα με μια πρωτοφανή αγριότητα που σόκαρε ακόμα και τους υπόλοιπους κατακτητές. Οι μαζικές εκτελέσεις αμάχων και η ισοπέδωση χωριών αποτέλεσαν την απάντηση της βουλγαρικής διοίκησης στην απόπειρα αντίστασης, αφήνοντας πίσω τους μια πληγή που έμεινε ανοιχτή για δεκαετίες στις μνήμες των επιζώντων. Η μελέτη αυτών των ιστορικών μαρτυριών δεν αποτελεί μόνο φόρο τιμής στα θύματα, αλλά και μια υπενθύμιση της σημασίας της ιστορικής μνήμης απέναντι σε κάθε προσπάθεια βίαιης αλλοίωσης της εθνικής συνείδησης.