Την 1η Ιανουαρίου 2002 η Ελλάδα γύρισε οριστικά σελίδα, αφήνοντας πίσω τη δραχμή και υιοθετώντας το ευρώ ως επίσημο νόμισμα. Οι εφημερίδες της εποχής, με πρώτο το «Βήμα», έκαναν λόγο για την αυγή μιας νέας εποχής που θα έφερνε οικονομική και θεσμική αναβάθμιση στη χώρα. Ωστόσο, πίσω από τους υψηλούς πολιτικούς στόχους, η καθημερινότητα των πολιτών μετατράπηκε σε μια δύσκολη άσκηση επιβίωσης. Η προσαρμογή στο νέο νόμισμα δεν ήταν απλώς μια τραπεζική διαδικασία, αλλά ένα πρακτικό πρόβλημα για εκατομμύρια ανθρώπους που έπρεπε ξαφνικά να υπολογίζουν την αξία του ψωμιού και των βασικών αγαθών σε μια εντελώς νέα κλίμακα.
Η μετάβαση αυτή σημαδεύτηκε από μια αδιανόητη αισχροκέρδεια που κανείς δεν είχε προβλέψει αποτελεσματικά. Ενώ οι μισθοί και οι συντάξεις μετατράπηκαν με μαθηματική ακρίβεια βάσει της επίσημης ισοτιμίας, οι τιμές στην αγορά εκτινάχθηκαν μέσω μιας αυθαίρετης στρογγυλοποίησης προς τα πάνω. Χαρακτηριστικά παραδείγματα της εποχής παραμένουν το ψωμί, που από τις 100 δραχμές βρέθηκε να κοστίζει 1 ευρώ, και ο μαϊντανός, που από τις 50 δραχμές σκαρφάλωσε στα 50 λεπτά. Το εμπόριο εκμεταλλεύτηκε τη σύγχυση των καταναλωτών, ενώ η κυβέρνηση απέτυχε να ελέγξει το κύμα ανατιμήσεων, καταργώντας μάλιστα τη διπλή αναγραφή των τιμών σχεδόν αμέσως μετά την εισαγωγή του νομίσματος.
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα ήταν η ψυχολογική και οικονομική διαφορά στις αξίες των κερμάτων. Για δεκαετίες, το «κατοστάρικο» ήταν το βασικό κέρμα στην ελληνική αγορά, όμως με το ευρώ, το νόμισμα του 1 ευρώ είχε πολλαπλάσια αγοραστική δύναμη, πλησιάζοντας τις 341 δραχμές. Αυτή η αλλαγή στα οικονομικά ήθη δημιούργησε τεράστια σύγχυση, οδηγώντας σε λάθη που κόστιζαν ακριβά. Πολλοί καταναλωτές, για παράδειγμα, συνέχισαν να αφήνουν φιλοδωρήματα με την ίδια ευκολία που άφηναν 50 δραχμές, δίνοντας όμως πλέον 5 ευρώ, ποσό που αντιστοιχούσε σε περίπου 1.700 δραχμές, χωρίς να συνειδητοποιούν το μέγεθος της διαφοράς.
Η επίσημη ισοτιμία κλειδώθηκε στο 1 ευρώ προς 340,750 δραχμές και οι αρχές επέμεναν ότι κάθε μετατροπή έπρεπε να γίνεται με τη χρήση και των έξι ψηφίων για απόλυτη ακρίβεια. Για να διευκολυνθεί το κοινό, οι τράπεζες διέθεσαν τις περίφημες «συσκευασίες εξοικείωσης» με κέρματα, ώστε να μην υπάρξει έλλειψη ψιλών στις πρώτες συναλλαγές. Τα ΑΤΜ άρχισαν να τροφοδοτούν την αγορά κυρίως με χαρτονομίσματα των 20 και 50 ευρώ, ενώ όλοι οι τραπεζικοί λογαριασμοί μετατράπηκαν αυτόματα και χωρίς επιβάρυνση. Ο φόβος του πλαστού χρήματος ήταν επίσης έντονος, με τις οδηγίες για τον έλεγχο της αφής, του υδατογραφήματος και της ανάγλυφης εκτύπωσης να κατακλύζουν τα ενημερωτικά φυλλάδια.
Η περίοδος της διπλής κυκλοφορίας, όπου δραχμή και ευρώ συνυπήρχαν στα πορτοφόλια των Ελλήνων, διήρκεσε μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 2002. Κατά τη διάρκεια αυτών των δύο μηνών, οι πολίτες μπορούσαν να πληρώνουν και με τα δύο νομίσματα, αν και οι ειδικοί συμβούλευαν τη χρήση μόνο ενός σε κάθε συναλλαγή για την αποφυγή λαθών στα ρέστα. Από την 1η Μαρτίου 2002, η δραχμή έπαψε να αποτελεί νόμιμο μέσο πληρωμής, περνώντας οριστικά στην ιστορία. Η Τράπεζα της Ελλάδος συνέχισε να ανταλλάσσει χαρτονομίσματα δραχμών για αρκετά χρόνια, προσπαθώντας να καθησυχάσει τον κόσμο και να διασφαλίσει μια ομαλή μετάβαση στο κοινό ευρωπαϊκό όραμα.
Θα θέλατε να αναζητήσω περισσότερες πληροφορίες για τις οικονομικές επιπτώσεις του ευρώ στην Ελλάδα την πρώτη πενταετία ή να ετοιμάσω έναν οδηγό με τις ιστορικές ισοτιμίες των τότε βασικών προϊόντων;