Η ιστορική μνήμη της Ελλάδας έρχεται ξανά στο προσκήνιο με αφορμή μια συγκλονιστική αποκάλυψη που αφορά μία από τις πιο μαύρες σελίδες της γερμανικής κατοχής. Η εκτέλεση των 200 κομμουνιστών την Πρωτομαγιά του 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής παραμένει ένα διαρκές σύμβολο αντίστασης, το οποίο σήμερα φωτίζεται από νέες φωτογραφίες-ντοκουμέντα. Το υλικό αυτό, που εντοπίστηκε σε πλειστηριασμό στο e-Bay από Βέλγο συλλέκτη, κινητοποίησε άμεσα το Υπουργείο Πολιτισμού, το οποίο διεκδικεί την απόκτησή του προκειμένου να παραχωρηθεί στη Βουλή των Ελλήνων.
Μέσα από τη δημοσιοποίηση αυτών των σπάνιων λήψεων, το ιστορικό αρχείο του ΚΚΕ προχώρησε σε μια εξαιρετικά σημαντική κίνηση ταυτοποίησης προσώπων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο ιστότοπος 902.gr, δύο από τους μελλοθάνατους που απεικονίζονται στις φωτογραφίες έχουν πλέον ονοματεπώνυμο. Πρόκειται πιθανότατα για τον 30χρονο Θρασύβουλο Καλαφατάκη από τα Χανιά και τον ποντιακής καταγωγής Δημήτρη Παπαδόπουλο, ηγετικό στέλεχος του συνδικαλιστικού κινήματος των οικοδόμων. Η έρευνα συνεχίζεται για την πλήρη επαλήθευση της αυθεντικότητας του υλικού, το οποίο αποδίδεται στον Γερμανό υπολοχαγό Χέρμαν Χόιερ.
Η μαζική εκτέλεση της Πρωτομαγιάς δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός, αλλά μια πράξη σκληρών αντιποίνων από τις δυνάμεις κατοχής. Η αφορμή δόθηκε λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 27 Απριλίου 1944, όταν αντάρτες του ΕΛΑΣ έστησαν ενέδρα στη Λακωνία, με αποτέλεσμα τον θάνατο του Γερμανού υποστράτηγου Φραντζ Κρεχ. Η επίσημη ανακοίνωση των ναζιστικών αρχών ήταν κυνική, αναγγέλλοντας τον θάνατο 200 κομμουνιστών ως απάντηση, ενώ παράλληλα αποκάλυπτε τη δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Πελοπόννησο, που εκτέλεσαν επιπλέον 100 άτομα στην περιοχή.
Οι "200" της Καισαριανής ήταν στην πλειονότητά τους πολιτικοί κρατούμενοι, άνθρωποι που είχαν φυλακιστεί από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου στην Ακροναυπλία και αργότερα παραδόθηκαν από το ελληνικό κράτος στους κατακτητές. Η μεταφορά τους από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου στο Σκοπευτήριο έγινε κάτω από δραματικές συνθήκες. Οι μαρτυρίες περιγράφουν ανθρώπους που τραγουδούσαν στον δρόμο προς τον θάνατο, πετώντας σημειώματα για τους δικούς τους από τα καμιόνια, αρνούμενοι να λυγίσουν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Η φρίκη εκείνης της ημέρας αποτυπώνεται ανάγλυφα στις περιγραφές για το Γ' Νεκροταφείο στη Νίκαια. Εκεί, οι γερμανικές αρχές είχαν διατάξει την εκσκαφή 200 τάφων πριν καν ξεκινήσει η διαδικασία. Οι σοροί μεταφέρθηκαν ζεστές ακόμη, με το αίμα να τρέχει από τα φορτηγά, ενώ εργάτες του νεκροταφείου ανέφεραν πως άκουγαν βογγητά από ανθρώπους που ίσως δεν είχαν ακόμη ξεψυχήσει. Η άρνηση των Γερμανών να δώσουν τα ονόματα των θυμάτων οδήγησε σε μια τραγική διαδικασία ταυτοποίησης μέσω των ρούχων τους, που παραδόθηκαν στην Αρχιεπισκοπή.
Προσωπικά αντικείμενα, όπως το μαντήλι του εργάτη Σπήλιου Αμπελογιάννη, παραμένουν μέχρι σήμερα ιερά κειμήλια. Το μήνυμά του, γραμμένο με μολύβι πάνω στο ύφασμα, αποτελεί την απόλυτη παρακαταθήκη: «Έτσι πεθαίνουν οι τίμιοι Έλληνες. Πεθαίνω περήφανος. Ζήτω η Λευτεριά». Τέτοιες ιστορίες, μαζί με τα βιογραφικά του Καλαφατάκη και του Παπαδόπουλου, συνθέτουν το μωσαϊκό μιας γενιάς που θυσιάστηκε για τις ιδέες της και την ελευθερία της πατρίδας, θυμίζοντάς μας ότι η ιστορία δεν είναι μόνο νούμερα, αλλά πρόσωπα και ψυχές.