Η πρόσφατη δημοσιοποίηση φωτογραφιών που απεικονίζουν ορισμένους από τους 200 Έλληνες αγωνιστές λίγο πριν από το εκτελεστικό απόσπασμα στην Καισαριανή προκάλεσε ρίγη συγκίνησης και έντονες συζητήσεις στο διαδίκτυο. Το οπτικό αυτό υλικό επανέφερε στο προσκήνιο τη φρίκη της Πρωτομαγιάς του 1944, μιας ημέρας που χαράχτηκε ανεξίτηλα στην ελληνική ιστορία. Ωστόσο, η τραγωδία εκείνης της περιόδου δεν περιορίστηκε μόνο στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, καθώς ο συνολικός απολογισμός των θυμάτων που πλήρωσαν με τη ζωή τους τον θάνατο ενός Γερμανού στρατηγού ήταν πολύ βαρύτερος.
Όλα ξεκίνησαν στις 27 Απριλίου 1944, όταν ο Γερμανός Υποστράτηγος Φραντς Κρεχ, διοικητής της 41ης Μεραρχίας Οχυρών, έπεσε σε ενέδρα ανταρτών του ΕΛΑΣ κοντά στους Μολάους Λακωνίας. Ο Κρεχ, ένας έμπειρος αξιωματικός του οποίου η καριέρα είχε απογειωθεί επί Χίτλερ, βρισκόταν σε περιοδεία επιθεώρησης στη Μονεμβασιά. Κατά την επιστροφή του, η αυτοκινητοπομπή του δέχτηκε καταιγιστικά πυρά σε μια χαράδρα. Ο Κρεχ προσπάθησε να καλυφθεί σε ένα χαντάκι, αλλά μια ριπή πολυβόλου τον άφησε νεκρό επί τόπου. Μαζί του έχασαν τη ζωή τους τρεις ακόμη Γερμανοί στρατιώτες, γεγονός που πυροδότησε μια άνευ προηγουμένου επιχείρηση αντιποίνων.
Η απάντηση των δυνάμεων κατοχής ήταν άμεση και κυνική, ακολουθώντας τη ναζιστική λογική της συλλογικής ευθύνης. Ο Στρατηγός Λε Σουίρ έδωσε εντολή για την εκτέλεση αμάχων στην περιοχή μεταξύ Μολάων και Σπάρτης. Ταυτόχρονα, ο επικεφαλής των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Πελοπόννησο, Διονύσιος Παπαδόγγονας, ο οποίος διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον Κρεχ, έδρασε αυθαίρετα διατάσσοντας την εκτέλεση 100 κρατουμένων ως πράξη προσωπικής εκδίκησης. Συνολικά, υπολογίζεται ότι τουλάχιστον 335 Έλληνες οδηγήθηκαν στον θάνατο ως αντίποινα, αν και ο ακριβής αριθμός των θυμάτων στην ύπαιθρο της Λακωνίας παραμένει δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια.
Στην Αθήνα, η απόφαση για την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών από το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου προκάλεσε κύμα απεγνωσμένων προσπαθειών για τη διάσωσή τους. Συγγενείς συγκεντρώθηκαν στη Μητρόπολη, ενώ ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός επιχείρησε να παρέμβει στις γερμανικές αρχές, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Οι μελλοθάνατοι ήταν στην πλειονότητά τους πολιτικοί κρατούμενοι, άνθρωποι που βρίσκονταν στις φυλακές από την εποχή της δικτατορίας του Μεταξά και είχαν παραδοθεί από τις ελληνικές αρχές στους κατακτητές. Οι περισσότεροι από αυτούς, όπως ο πρώην βουλευτής Στέλιος Σκλάβαινας, δεν είχαν συμμετάσχει σε καμία πολεμική επιχείρηση, καθώς ήταν έγκλειστοι για χρόνια στην Ακροναυπλία και την Ανάφη.
Η στάση των μελλοθάνατων την ώρα της αναχώρησης από το Χαϊδάρι παρέμεινε θρυλική. Ο Ναπολέων Σουκατζίδης, ο οποίος εκτελούσε χρέη διερμηνέα, και ο Αντώνης Βαρθολομαίος αρνήθηκαν την πρόταση του Γερμανού διοικητή Καρλ Φίσερ να εξαιρεθούν από τη λίστα αν έμπαινε κάποιος άλλος στη θέση τους. Η ηρωική τους άρνηση και το γεγονός ότι οι κρατούμενοι έγραφαν σημειώματα και τα πετούσαν από τα καμιόνια καθώς διέσχιζαν τους δρόμους της Αθήνας, μετέτρεψαν την πορεία προς το Σκοπευτήριο σε μια συγκλονιστική πράξη αντίστασης.
Οι 200 της Καισαριανής τάφηκαν στο Γ' Νεκροταφείο, με τις οικογένειές τους να αναζητούν για μέρες τα ίχνη τους ανάμεσα στα ματωμένα ρούχα που παραδόθηκαν στην Αρχιεπισκοπή. Η θυσία τους, μαζί με εκείνη των υπολοίπων θυμάτων στην Πελοπόννησο και την Αθήνα, αποτελεί ένα από τα πιο βαριά τιμήματα που κατέβαλε η Ελλάδα κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Ο Στρατηγός Κρεχ προήχθη μεταθανάτια από τον Χίτλερ, όμως στη συλλογική μνήμη έμεινε μόνο το θάρρος εκείνων που στάθηκαν όρθιοι μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, αφήνοντας πίσω τους μηνύματα ελευθερίας.