Η ιστορία του στρατοπέδου συγκέντρωσης Γιασένοβατς αποτελεί μια από τις πιο σκοτεινές και αιματηρές σελίδες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, αναδεικνύοντας τη φρίκη που επικράτησε στο ανεξάρτητο κράτος της Κροατίας υπό το καθεστώς της Ουστάσι. Ενώ τα ναζιστικά στρατόπεδα όπως το Άουσβιτς είναι παγκοσμίως γνωστά, το Γιασένοβατς συχνά παραμένει στη σκιά, παρά το γεγονός ότι η αγριότητα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν εκεί προκάλεσε σοκ ακόμη και στους ίδιους τους Γερμανούς αξιωματικούς. Η Ουστάσι, μια υπερεθνικιστική και φασιστική οργάνωση υπό την ηγεσία του Άντε Πάβελιτς, επεδίωξε τη δημιουργία μιας φυλετικά καθαρής Κροατίας, στοχεύοντας ανελέητα Σέρβους, Εβραίους, Ρομά και αντιφρονούντες Κροάτες.
Το Γιασένοβατς δεν ήταν απλώς ένα στρατόπεδο, αλλά ένα συγκρότημα πέντε διαφορετικών μονάδων που χτίστηκαν σε βαλτώδεις περιοχές κοντά στον ποταμό Σάβο. Οι συνθήκες διαβίωσης ήταν απάνθρωπες, με τους κρατούμενους να στοιβάζονται σε παραπήγματα χωρίς τροφή, νερό ή ιατρική περίθαλψη, ενώ εξαναγκάζονταν σε εξοντωτική εργασία κάτω από τον διαρκή φόβο του θανάτου. Αυτό που έκανε το Γιασένοβατς να ξεχωρίζει ήταν η μέθοδος των δολοφονιών. Σε αντίθεση με τις βιομηχανοποιημένες μεθόδους των Ναζί με τους θαλάμους αερίων, οι φύλακες της Ουστάσι χρησιμοποιούσαν συχνά πρωτόγονα μέσα, όπως μαχαίρια, τσεκούρια και σφυριά, συμμετέχοντας σε φρικιαστικούς διαγωνισμούς για το ποιος θα σκοτώσει τους περισσότερους κρατούμενους σε μια νύχτα.
Ιδιαίτερα τραγική ήταν η μοίρα των παιδιών, πολλά από τα οποία στάλθηκαν στο στρατόπεδο Στάρα Γκραντίσκα. Εκεί, χιλιάδες ανήλικοι πέθαναν από την πείνα, τις αρρώστιες και τις δηλητηριάσεις με αέρια, σε μια προσπάθεια του καθεστώτος να εξαλείψει κάθε μελλοντική απειλή για την «καθαρότητα» του έθνους. Οι μαρτυρίες των επιζώντων περιγράφουν σκηνές απόλυτης απελπισίας, όπου ο θάνατος ήταν καθημερινότητα και η ανθρώπινη ζωή δεν είχε καμία αξία. Ακόμη και οι προσπάθειες προπαγάνδας του καθεστώτος να παρουσιάσει το στρατόπεδο ως χώρο αναμόρφωσης δεν κατάφεραν να κρύψουν την αλήθεια από όσους βρίσκονταν κοντά στη φρίκη.
Καθώς ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του το 1945, η Ουστάσι προσπάθησε να καλύψει τα ίχνη της καταστρέφοντας κτίρια και έγγραφα και εκτελώντας τους εναπομείναντες κρατούμενους. Παρά την ηρωική εξέγερση κάποιων κρατουμένων τον Απρίλιο του 1945, οι περισσότεροι δεν κατάφεραν να σωθούν. Μετά την απελευθέρωση, οι έρευνες αποκάλυψαν ομαδικούς τάφους και στάχτες, επιβεβαιώνοντας τη συστηματική γενοκτονία. Αν και ο ακριβής αριθμός των θυμάτων παραμένει θέμα συζήτησης, οι επίσημες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για δεκάδες χιλιάδες ψυχές που χάθηκαν άδικα, αφήνοντας πίσω τους μια κληρονομιά πόνου που συνεχίζει να στοιχειώνει τη συλλογική μνήμη των Βαλκανίων.