Η υπόθεση της Τζίνι αποτελεί μία από τις πιο ανατριχιαστικές περιπτώσεις παιδικής κακοποίησης και κοινωνικής απομόνωσης που έχουν καταγραφεί στην ιστορία. Γεννημένη το 1957, η Τζίνι πέρασε τα πρώτα δεκατρία χρόνια της ζωής της κλειδωμένη σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, δεμένη σε μια καρέκλα ή μια κούνια, χωρίς καμία πρόσβαση σε ανθρώπινη ομιλία, παιχνίδι ή στοργή. Ο πατέρας της, ένας άνθρωπος που δεν άντεχε τον θόρυβο, επέβαλε την απόλυτη σιωπή με τη βία, ενώ η μητέρα της, σχεδόν τυφλή και τρομοκρατημένη, αδυνατούσε να την προστατεύσει. Η ανακάλυψή της το 1970, όταν η μητέρα της κατάφερε τελικά να δραπετεύσει από το σπίτι-φρούριο, αποκάλυψε ένα κορίτσι που δεν μπορούσε να μιλήσει, να σταθεί όρθιο ή να μασήσει τροφή, ζώντας σε μια κατάσταση που θύμιζε άγριο ζώο.
Μετά τη διάσωσή της, η Τζίνι μεταφέρθηκε στο Παιδικό Νοσοκομείο του Λος Άντζελες, όπου έγινε το επίκεντρο μιας από τις πιο εκτεταμένες επιστημονικές μελέτες για την ανάπτυξη της γλώσσας και τις επιπτώσεις της ακραίας στέρησης. Μια ομάδα επιστημόνων, ψυχολόγων και γλωσσολόγων ανέλαβε τη φροντίδα και την εκπαίδευσή της, προσπαθώντας να κατανοήσει αν ένα παιδί που έχει ξεπεράσει την κρίσιμη ηλικία ανάπτυξης μπορεί ακόμα να μάθει να επικοινωνεί. Παρά τις αρχικές ελπίδες και κάποια σημάδια προόδου, όπως η εκμάθηση βασικών λέξεων και η βελτίωση του αυτοελέγχου της, η Τζίνι έφερε μόνιμα σημάδια από τα χρόνια της ακινησίας και της σιωπής.
Ωστόσο, η μοίρα της Τζίνι μετά τη διάσωση δεν ήταν όσο λυτρωτική αναμενόταν. Σύντομα η επιστημονική κοινότητα διχάστηκε, καθώς η έρευνα άρχισε να επισκιάζει την ανθρώπινη ανάγκη του κοριτσιού για σταθερότητα και αγάπη. Πολλοί υποστήριξαν ότι η Τζίνι αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως ερευνητικό δείγμα παρά ως παιδί που χρειαζόταν οικογενειακή θαλπωρή. Οι διαφωνίες για τη χρηματοδότηση και τη μεθοδολογία της έρευνας οδήγησαν τελικά στην κατάρρευση του προγράμματος. Η μητέρα της, η οποία είχε ανακτήσει την επιμέλεια, μήνυσε τους ερευνητές κατηγορώντας τους για εκμετάλλευση, γεγονός που οδήγησε στη διακοπή κάθε επαφής των επιστημόνων με το κορίτσι.
Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν εξαιρετικά δύσκολα για την Τζίνι. Μετά τη διακοπή των επιστημονικών μελετών, πέρασε από διάφορα ανάδοχα σπίτια και ιδρύματα, όπου σε πολλές περιπτώσεις υπέστη νέα κακοποίηση. Αυτές οι εμπειρίες την οδήγησαν σε βαθιά κατάθλιψη και στην πλήρη υποχώρηση της ομιλίας που με τόσο κόπο είχε αρχίσει να αναπτύσσει. Η ιστορία της Τζίνι παραμένει μια ζοφερή υπενθύμιση της αποτυχίας τόσο του οικογενειακού όσο και του κοινωνικού συστήματος, καθώς το κορίτσι που γλίτωσε από τη φυλακή του σπιτιού της κατέληξε να παγιδευτεί σε ένα σύστημα που δεν μπόρεσε ποτέ να της προσφέρει τη μόνιμη ασφάλεια και την αποκατάσταση που δικαιούταν.