Η ιστορία του ελληνικού εγκλήματος περιλαμβάνει υποθέσεις που συγκλόνισαν την κοινή γνώμη, όμως λίγες είναι τόσο αποτρόπαιες όσο το μακελειό που σημειώθηκε στην Παλαιά Βίγλα Άρτας τον Μάρτιο του 1985. Πρωταγωνιστής της τραγωδίας ήταν ο Παντελής Μπιζώνης, ένας 50χρονος αγρότης και οικογενειάρχης, ο οποίος μέσα σε λίγη ώρα μετατράπηκε σε έναν αδίστακτο δολοφόνο. Το χρονικό εκείνης της νύχτας ξεκίνησε από μια ασήμαντη αφορμή σε ένα καφενείο, για να καταλήξει σε μια εκατόμβη νεκρών που βύθισε στο πένθος μια ολόκληρη περιοχή.
Όλα ξεκίνησαν το απόγευμα της 15ης Μαρτίου, όταν ο Μπιζώνης άρχισε να καταναλώνει μεγάλες ποσότητες αλκοόλ. Γύρω στις έντεκα το βράδυ, βρέθηκε στο καφενείο του χωριού, όπου ένα κέρασμα από τον συγχωριανό του, Σπύρο Τζώρα, στάθηκε η αφορμή για την έκρηξη. Ο Μπιζώνης θεώρησε την κίνηση προσβλητική, καθώς στο παρελθόν ο Τζώρας τον είχε εκθέσει με παρόμοιο τρόπο. Η λεκτική αντιπαράθεση εξελίχθηκε σε συμπλοκή και, παρόλο που οι υπόλοιποι θαμώνες τους χώρισαν, ο Μπιζώνης αποχώρησε γεμάτος οργή, έχοντας ήδη πάρει τη φρικτή του απόφαση.
Επιστρέφοντας στο καφενείο οπλισμένος με μια επαναληπτική καραμπίνα, ο Μπιζώνης άρχισε να πυροβολεί αδιακρίτως, σκοτώνοντας ακαριαία τον Σπύρο Τζώρα, τον ιδιοκτήτη του καταστήματος και έναν ακόμη συγχωριανό του. Παρά την ηρωική προσπάθεια ενός νεαρού να τον αφοπλίσει, ο δράστης δεν σταμάτησε εκεί. Επέστρεψε στο σπίτι του, πήρε ένα δίκαννο και βγήκε ξανά στους δρόμους της Παλαιάς Βίγλας. Σε κατάσταση αμόκ, εκτέλεσε εν ψυχρώ ένα ζευγάρι συγχωριανών του και τη μητέρα του νεαρού που είχε προσπαθήσει να τον σταματήσει, σκορπώντας τον θάνατο σε κάθε του βήμα.
Η καταδίωξη που ακολούθησε στα βουνά της Άρτας έληξε με την παράδοση του δράστη μετά από πολύωρες διαπραγματεύσεις με την Αστυνομία. Στην απολογία του, ο άνθρωπος που οι εφημερίδες της εποχής ονόμασαν «Σφαγέα της Άρτας», προσπάθησε να αποδώσει τις πράξεις του στο αλκοόλ, ισχυριζόμενος ότι το ποτό «θόλωσε» το μυαλό του. Ωστόσο, οι μαρτυρίες των κατοίκων έκαναν λόγο για βαθύτερα αίτια, όπως η οικονομική ζήλια και οι προσωπικές διαφορές που υπέβοσκαν για χρόνια, βρίσκοντας τελικά διέξοδο μέσα από την κάννη του όπλου του.
Η τραγωδία άφησε πίσω της ορφανά παιδιά, χαροκαμένες οικογένειες και ένα χωριό που δεν θα ήταν ποτέ ξανά το ίδιο. Ο Παντελής Μπιζώνης πίστεψε ότι η βία θα του πρόσφερε λύτρωση από τα προσωπικά του αδιέξοδα, όμως το μόνο που κατάφερε ήταν να γράψει μία από τις πιο μαύρες σελίδες στην ιστορία της ελληνικής υπαίθρου. Το επιχείρημα της μέθης δεν στάθηκε αρκετό για να δικαιολογήσει το μέγεθος της θηριωδίας, παραμένοντας μέχρι σήμερα μια από τις πιο αδύναμες δικαιολογίες μπροστά στο πρόσωπο του απόλυτου κακού.