Η αλλαγή του συστήματος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και η ενίσχυση του ρόλου του Λυκείου αποτελούν από τα πιο δύσκολα εγχειρήματα στην ελληνική εκπαίδευση. Σε μια χώρα όπου το δημόσιο συχνά δέχεται κριτική για αναξιοπιστία και γραφειοκρατία, οι Πανελλαδικές Εξετάσεις παραμένουν ο μοναδικός θεσμός που χαίρει καθολικής εμπιστοσύνης. Ποτέ δεν έχουν αμφισβητηθεί σοβαρά για διαρροές ή νοθεία, ενώ η κοινωνία τις θεωρεί το πιο δίκαιο και αμερόληπτο εργαλείο πρόσβασης στα ΑΕΙ. Πώς λοιπόν μπορεί να πειραχτεί ένα τέτοιο σύστημα χωρίς να κινδυνεύσει η αξιοπιστία του;
Οι πρόσφατες δηλώσεις της υπουργού Παιδείας Σοφίας Ζαχαράκη στη συνέντευξη Τύπου για το Εθνικό Απολυτήριο δεν άφησαν πολλές αισιόδοξες ενδείξεις. Το σχέδιο βρίσκεται σε φάση εθνικού διαλόγου και προβλέπεται να εφαρμοστεί σταδιακά από το σχολικό έτος 2027-2028 για τους μαθητές της Α' Λυκείου, χωρίς άμεση κατάργηση των Πανελλαδικών. Ωστόσο, οι προτεινόμενες αλλαγές εγείρουν σοβαρές ανησυχίες.
Ένα από τα βασικά σημεία συζήτησης είναι η προφορική επίδοση των μαθητών και στις τρεις τάξεις του Λυκείου να συνυπολογίζεται στον τελικό βαθμό. Όλοι όσοι έχουν περάσει από σχολείο γνωρίζουν πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η προφορική αξιολόγηση. Εξαρτάται από την επικοινωνιακή ικανότητα του μαθητή, τις ευκαιρίες που δίνει ο καθηγητής, τη σχέση τους και τις διαφορές από σχολείο σε σχολείο. Ακόμα και μικρή βαρύτητα να δοθεί στα προφορικά, ανοίγει ο ασκός του Αιόλου. Στα ιδιωτικά σχολεία, όπου οι γονείς πληρώνουν υψηλά δίδακτρα, οι πιέσεις προς τους εκπαιδευτικούς για υψηλότερους βαθμούς θα είναι τεράστιες. Το εργασιακό καθεστώς των καθηγητών στα ιδιωτικά, μετά τον νόμο Κεραμέως του 2020, είναι ιδιαίτερα εύθραυστο, με αποτέλεσμα η ανασφάλεια να ευνοεί υποχωρήσεις.
Ακόμα και στα δημόσια σχολεία τα πράγματα δεν θα είναι καλύτερα. Οι διευθυντές σχολείων καθημερινά δέχονται πιέσεις από γονείς για ασήμαντους λόγους. Φανταστείτε τι θα συμβεί όταν η προφορική βαθμολογία επηρεάζει άμεσα την πρόσβαση στο πανεπιστήμιο. Η υποκειμενικότητα και οι εξωτερικές παρεμβάσεις κινδυνεύουν να υπονομεύσουν την ίδια την ιδέα της αξιοκρατίας.
Παράλληλα, το υπουργείο προτείνει ενίσχυση της Τράπεζας Θεμάτων με 2.500 νέα θέματα βασισμένα στα ανανεωμένα προγράμματα σπουδών. Στόχος είναι το 100% των θεμάτων στις ενδοσχολικές εξετάσεις Α' και Β' Λυκείου να προέρχεται από αυτήν. Στην πράξη όμως, η Τράπεζα Θεμάτων έχει μετατραπεί σε παράδεισο για τα φροντιστήρια. Οι έμπειροι καθηγητές φροντιστηρίων κωδικοποιούν τα θέματα και διδάσκουν στους μαθητές όχι ουσιαστική γνώση, αλλά «τυφλοσούρτη» για να πετύχουν στις εξετάσεις. Με αυτή την κατεύθυνση, η παραπαιδεία όχι μόνο δεν θα μειωθεί, αλλά θα ενταθεί από νωρίτερα. Οι γονείς θα στρέφονται στα φροντιστήρια ήδη από την Α' Λυκείου, αυξάνοντας τις οικονομικές ανισότητες και μετατρέποντας το Λύκειο σε προθάλαμο φροντιστηριακής προετοιμασίας.
Είναι κρίμα που η πολιτεία φαίνεται συμβιβασμένη με την κυριαρχία της παραπαιδείας. Αντί να χτυπήσει το πρόβλημα στη ρίζα του, το προτεινόμενο Εθνικό Απολυτήριο κινδυνεύει να το γιγαντώσει. Οι Πανελλαδικές, παρά τις αδυναμίες τους, παραμένουν το πιο αξιόπιστο στοιχείο του συστήματος. Οποιαδήποτε αλλαγή πρέπει να διασφαλίζει ότι δεν θα θυσιαστεί αυτή η εμπιστοσύνη στον βωμό υποκειμενικών αξιολογήσεων και φροντιστηριακής εξάρτησης. Τελικά, μήπως ο πραγματικός στόχος δεν είναι η αναβάθμιση του Λυκείου, αλλά η διαιώνιση ενός συστήματος που ευνοεί όσους μπορούν να πληρώσουν; Ο εθνικός διάλογος που ξεκινά θα δείξει αν υπάρχει η βούληση για πραγματική μεταρρύθμιση ή αν θα μείνουμε στα ίδια.