Πριν από περίπου είκοσι χρόνια, η λεωφόρος Πάρνηθας έγινε το σκηνικό μιας από τις πιο πολυσυζητημένες ληστείες στα ελληνικά χρονικά. Στις 25 Σεπτεμβρίου 2006, μια χρηματαποστολή που μετέφερε τα κέρδη του καζίνου δέχθηκε μια βίαιη επίθεση που θύμιζε χολιγουντιανή ταινία δράσης. Τέσσερις κουκουλοφόροι εμβόλισαν το θωρακισμένο όχημα με ένα κλεμμένο φορτηγό, σπάζοντας το παρμπρίζ με βαριοπούλες και απειλώντας τους υπαλλήλους με όπλα και χειροβομβίδες. Μέσα σε λίγα λεπτά, οι δράστες κατάφεραν να διαφύγουν με λεία που ξεπερνούσε το 1,5 εκατομμύριο ευρώ, αφήνοντας πίσω τους μια εμβρόντητη αστυνομία και μια υπόθεση που έμοιαζε αρχικά αδιέξοδη.
Παρά τον προσεκτικό σχεδιασμό της ενέδρας, η πτώση της συμμορίας δεν άργησε να έρθει, και ο λόγος ήταν ο απόλυτος ερασιτεχνισμός των μελών της. Οι δράστες δεν ήταν επαγγελματίες του εγκλήματος, αλλά μια ετερόκλητη ομάδα ανθρώπων που οδηγήθηκαν στην παρανομία λόγω οικονομικών δυσκολιών. Ανάμεσά τους βρισκόταν ένας ζαχαροπλάστης πνιγμένος στα χρέη, ένας οδηγός φορτηγού, ένας έμπορος και ο «εγκέφαλος» της ομάδας, ένας 38χρονος πρώην υπαξιωματικός της Αεροπορίας. Αυτό που τους πρόδωσε ήταν η αδυναμία τους να αποχωριστούν τα κινητά τους τηλέφωνα. Οι κεραίες κινητής τηλεφωνίας κατέγραψαν το στίγμα του αρχηγού σε όλη τη διαδρομή, από το σπίτι του μέχρι το σημείο της ληστείας και πίσω, προσφέροντας στις αρχές έναν αδιάψευστο ψηφιακό χάρτη της δράσης τους.
Η έρευνα αποκάλυψε ότι η συμμορία είχε «άνθρωπο μέσα» στην εταιρεία security, ο οποίος παρείχε κρίσιμες πληροφορίες για τα δρομολόγια και τα ποσά που μεταφέρονταν. Ωστόσο, η έλλειψη εμπειρίας φάνηκε και στη διαχείριση της λείας. Ενώ το ένα εκατομμύριο ευρώ δεν εντοπίστηκε ποτέ, ο αρχηγός της ομάδας άρχισε να ξοδεύει προκλητικά το δικό του μερίδιο. Μέσα σε μόλις δύο μήνες, αγόρασε πολυτελές αυτοκίνητο, έκανε διακοπές σε πανάκριβα ξενοδοχεία και επένδυσε σε ένα ινστιτούτο spa στο Κολωνάκι, κινήσεις που τον έθεσαν αμέσως στο στόχαστρο των αρχών.
Η εσωτερική συνοχή της ομάδας ήταν εξίσου προβληματική με τον σχεδιασμό της. Οι διαφωνίες για τη μοιρασιά των χρημάτων οδήγησαν σε ακραίες καταστάσεις, με μέλη της σπείρας να φτάνουν μέχρι και στην απαγωγή συγγενικών προσώπων συνεργατών τους για να διεκδικήσουν μεγαλύτερο μερίδιο. Όταν τελικά η αστυνομία προχώρησε στις συλλήψεις, βρήκε στην κατοχή τους όχι μόνο τα όπλα της ληστείας, αλλά ακόμα και τη βαριοπούλα που χρησιμοποίησαν στην επίθεση, την οποία είχαν κρατήσει ως «αναμνηστικό» ή από απλή αμέλεια.
Η ληστεία της Πάρνηθας παραμένει μια ιστορία διδακτική για το πώς η απελπισία και η απληστία μπορούν να οδηγήσουν ανθρώπους της διπλανής πόρτας στο έγκλημα, αλλά και για το πώς η τεχνολογία μπορεί να ξεσκεπάσει ακόμα και την πιο βίαιη επίθεση. Έναν χρόνο αργότερα, επιχειρήθηκε μια παρόμοια ληστεία στο ίδιο ακριβώς σημείο, όμως αυτή τη φορά ο οδηγός της χρηματαποστολής κατάφερε να διατηρήσει την ψυχραιμία του και να διαφύγει, αποδεικνύοντας ότι το καζίνο και οι αρχές είχαν πλέον μάθει το μάθημά τους.