Ι. Η υπόσχεση που δεν εκπληρώνεται ποτέ
Αν ένας αρχαιολόγος του μέλλοντος ανακάλυπτε
τους στίχους του Ακύλα χωρίς κανένα άλλο πλαίσιο, θα μπορούσε εύλογα να
υποθέσει ότι πρόκειται για λατρευτικό ύμνο. Και δε θα είχε εντελώς άδικο. Το
«φέρ' το» — επαναλαμβανόμενο σαν μάντρα, σαν λιτανεία, σαν εξορκισμός — δε διαφέρει δομικά από τις αρχαίες ικεσίες προς τους θεούς. Μόνο που εδώ ο θεός
είναι η αγορά, ο ναός είναι το Instagram και η θυσία είναι ο ίδιος ο εαυτός.
Κατά βάθος, είμαστε ζώα που
αφηγούνται ιστορίες. Ζούμε μέσα σε φανταστικές τάξεις — έθνη, θρησκείες,
νομίσματα, εταιρείες — που υπάρχουν μόνο στη συλλογική μας φαντασία. Για
χιλιάδες χρόνια, αυτές οι αφηγήσεις υπόσχονταν νόημα μετά θάνατον: παράδεισο,
μετενσάρκωση, αιώνια δόξα στον Άδη. Η νεωτερικότητα αντικατέστησε αυτές τις
υποσχέσεις με μια νέα: την υπόσχεση ότι η ικανοποίηση βρίσκεται εδώ, τώρα, στον
υλικό κόσμο. Αρκεί να αγοράσεις τα σωστά πράγματα.
«Θέλω τόσα πολλά, που δεν είναι απτά»
Αυτός ο στίχος είναι ίσως ο πιο αποκαλυπτικός ολόκληρου του τραγουδιού. Ο Ακύλας δε θέλει απλώς αντικείμενα — θέλει κάτι που δεν μπορεί να αγγίξει. Θέλει «δόξα, αιωνιότητα και λεφτά» στην ίδια πρόταση, λες και πρόκειται για συνώνυμα. Και σε κάποιο βαθμό, στη σύγχρονη κουλτούρα, είναι. Η δόξα μετριέται σε followers, η αιωνιότητα σε viral posts, τα λεφτά σε αυτό που μπορείς να δείξεις ότι έχεις.
ΙΙ. Η
οικονομία της ατέρμονης επιθυμίας
Η καπιταλιστική οικονομία βασίζεται σε μια
παράδοξη αλήθεια: αν ο κόσμος χόρταινε κάποτε, το σύστημα θα κατέρρεε. Ο
καπιταλισμός χρειάζεται ακόρεστους καταναλωτές· ανθρώπους που, ακόμα κι αν τα
έχουν όλα, «πάλι δε θα χορτάσουν». Ο Ακύλας δεν περιγράφει απλώς τις δικές του
επιθυμίες· εκφράζει, με απόλυτη ειλικρίνεια, τη βαθύτερη λογική του οικονομικού
μας συστήματος.
Σκεφτείτε τον κατάλογο: real estate, sashimi
tuna, χρυσό ρολόι, γυαλιά designer, leather πάλτο, escargot, rally cars, yacht.
Δεν πρόκειται απλώς για αντικείμενα· πρόκειται για σημεία σε ένα σημειολογικό
σύστημα. Κάθε αντικείμενο λειτουργεί ως σύμβολο status, ως κωδικός που
σηματοδοτεί μια θέση στην κοινωνική ιεραρχία. Ο Thorstein Veblen το ονόμασε
«επιδεικτική κατανάλωση» ήδη από το 1899. Τώρα, εκατόν είκοσι χρόνια μετά, η
ίδια δυναμική εξακολουθεί να ισχύει· μόνο που οι πλατφόρμες της έχουν αλλάξει.
Αυτό που κάνει τους στίχους ιδιαίτερα ενδιαφέροντες είναι η πολυγλωσσία τους. Ο Ακύλας τραγουδά σε ελληνικά, ισπανικά και γαλλικά· τρεις γλώσσες που λειτουργούν ως τρία διαφορετικά branding. Τα ισπανικά φέρνουν τη φλόγα του reggaeton και της λατινοαμερικάνικης φιλοδοξίας (ambición, fuego), τα γαλλικά τη γαλλική πολυτέλεια (le sommet, je réclame). Ακόμα και η γλώσσα γίνεται κατανάλωση, ένα επιπλέον luxury item στη βιτρίνα.
ΙΙΙ. Η
μητέρα, το κενό και η αλήθεια πίσω από το θέαμα
Και τότε, κάτι σπάει. Στη γέφυρα του
τραγουδιού, ο θριαμβικός τόνος πέφτει και ξαφνικά ακούμε κάτι εντελώς
διαφορετικό:
«Κοίτα μαμά, όσα στερηθήκαμε παλιά. Νιώθω πως
θα καταφέρω να προσφέρω, μη μας λείψει κάτι ξανά.»
Εδώ αποκαλύπτεται η πραγματική ψυχολογική
αρχιτεκτονική του τραγουδιού. Ολόκληρη η λιτανεία των επιθυμιών — τα yacht, τα
diamond rings, ο κόσμος ολόκληρος «εντός κι εκτός πλανήτη» — ξεκινά από ένα
παιδί που στερήθηκε. Η ακόρεστη φιλοδοξία δεν είναι αυτοσκοπός· είναι
αντιστάθμισμα. Είναι η ψυχική μηχανή που λέει: αν αποκτήσω αρκετά, θα γεμίσω το
κενό.
Αυτή είναι μια ιστορία που οι ψυχολόγοι
αναγνωρίζουν αμέσως. Η θεωρία της προσκόλλησης μας λέει ότι τα πρώιμα κενά — η
ανασφάλεια, η στέρηση, η αίσθηση ότι «μας λείπει κάτι» — δε γεμίζουν ποτέ με
υλικά αγαθά. Μπορείς να αγοράσεις χίλια σπίτια, αλλά η θέρμη του σπιτιού που
δεν είχες δεν πωλείται. Ο Ακύλας, με αξιοσημείωτη αυτογνωσία, το ξέρει:
«αγοράζω να κλείσω κενά», ένα από τα πιο ειλικρινή πράγματα που ειπώθηκαν ποτέ
σε trap τραγούδι.
Αλλά υπάρχει κι ένα δεύτερο στρώμα. Η αναφορά στη μητέρα μετατοπίζει τον άξονα ολόκληρου του τραγουδιού. Ξαφνικά, η επιθυμία δεν αφορά μόνο τον εαυτό· αφορά κάποιον άλλον. «Θα σου πάρω κι εσένα πολλά, σπίτια, αμάξια και εξοχικά». Ακόμα κι αν η γλώσσα παραμένει υλιστική, το κίνητρο είναι βαθιά ανθρώπινο: η αγάπη, η ενοχή, η επιθυμία επανόρθωσης.
IV.
«Βέβαια, αν κερδίσω» — Η ρωγμή στο θέαμα
Και τότε, η πιο αποκαλυπτική στιγμή ολόκληρου
του τραγουδιού: «Βέβαια, αν κερδίσω. Whatever, κατάλαβες.» Σε αυτές τις λίγες
λέξεις κρύβεται μια ολόκληρη κοσμοθεωρία. Ο Ακύλας δεν έχει τα πράγματα που
τραγουδά. Τα φαντάζεται. Τα ονειρεύεται. Η κλίμακα μετατρέπεται από
πραγματικότητα σε φαντασίωση και ο ίδιος το γνωρίζει.
Αυτή η ειρωνεία είναι χαρακτηριστική μιας
γενιάς που μεγάλωσε μέσα σε οικονομική κρίση. Η ελληνική νεολαία, ιδιαίτερα
μετά το 2010, ζει σε μια πραγματικότητα στην οποία τα υλικά σύμβολα επιτυχίας —
σπίτι, αυτοκίνητο, σταθερή εργασία — φαίνονται εξίσου εξωτικά με ένα yacht στο
Μονακό. Η υπερβολή δεν είναι λοιπόν αφέλεια· είναι αυτοσαρκασμός. Ο Ακύλας
γνωρίζει ότι φαντασιώνεται και αυτή ακριβώς η γνώση κάνει το τραγούδι πιο
ειλικρινές από κάθε ρεαλιστική περιγραφή.
Στην ιστορία των θρησκειών, αυτή η στάση έχει ένα όνομα: αποφατική θεολογία· η γνώση ότι ο θεός δεν μπορεί ποτέ να συλληφθεί πλήρως. Ο Ακύλας, κατά κάποιο τρόπο, κάνει αποφατική οικονομία: τραγουδά για πράγματα που ξέρει ότι δεν θα αποκτήσει, αποκαλύπτοντας έτσι ότι η πραγματική του επιθυμία δεν αφορά αυτά τα πράγματα, αλλά κάτι βαθύτερο, πιο άπιαστο.
V. Η
αιώνια λιτανεία
Πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια, ο Σολομώντας
— κατά την παράδοση ο πλουσιότερος βασιλιάς που έζησε ποτέ — έγραψε στον
Εκκλησιαστή: «Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης.» Πριν από δυόμισι
χιλιάδες χρόνια, ο Βούδας δίδαξε ότι η ρίζα του πόνου είναι η επιθυμία, η δίψα
(tanha) που δε σβήνει ποτέ. Πριν από δύο χιλιάδες χρόνια, ο Επίκουρος διέκρινε
τις φυσικές και αναγκαίες επιθυμίες από τις κενές και ατέρμονες.
Ο Ακύλας, με designer γυαλιά και autotune,
λέει ουσιαστικά το ίδιο πράγμα: ότι η δίψα δε σβήνει. «Φέρε μου ένα ποτό που
θέλω να ξεδιψάσω. Φέρ' τα μου όλα-όλα, πάλι δε θα χορτάσω.» Ο ίδιος στίχος
λειτουργεί ταυτόχρονα ως εορτασμός και ως διάγνωση. Είναι και ο ύμνος και η
κριτική.
Αυτό που αλλάζει από εποχή σε εποχή δεν είναι
ποτέ η ουσία της ανθρώπινης δίψας · αλλάζουν μόνο οι βιτρίνες. Στη θέση των
αλόγων μπήκαν τα rally cars. Στη θέση των χρυσών δαχτυλιδιών τα Cuban links.
Στη θέση της μετά θάνατον δόξας, η αιωνιότητα του ψηφιακού αρχείου. Αλλά η
βασική εξίσωση παραμένει η ίδια: επιθυμώ, άρα υπάρχω. Ή μήπως: επιθυμώ, άρα
υποφέρω;
Τελικά, το «φέρ' το» δεν είναι απλώς αίτημα
για αντικείμενα. Είναι η αρχαιότερη κραυγή του ανθρώπινου είδους: δώσε μου κάτι
που θα γεμίσει αυτό το κενό μέσα μου. Κάτι που θα με κάνει να νιώσω αρκετός.
Κάτι που θα σταματήσει, έστω για μια στιγμή, αυτή τη βαθιά, ανεξήγητη πείνα.
Τρεις χιλιάδες χρόνια πολιτισμού και ακόμη ψάχνουμε.
«Κοίτα
μαμά... αγοράζω να κλείσω κενά.»
— Ακύλας, «Φέρ' το»
Αποστόλης Ζυμβραγάκης, Φιλόλογος M.Ed., Συγγραφέας