Η πρόσφατη εικόνα ενός εκπαιδευτικού στο Ηράκλειο να περνά το κατώφλι του αστυνομικού μεγάρου μετά από καταγγελία γονέα δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά ένα βαθύ κοινωνικό σύμπτωμα. Η σύλληψη του 40χρονου δασκάλου με την αυτόφωρη διαδικασία, έπειτα από παρέμβασή του για την αποκλιμάκωση καβγά μεταξύ μαθητών, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα: Πόσο εκτεθειμένος και αθωράκιστος είναι σήμερα ο λειτουργός της εκπαίδευσης την ώρα που προσπαθεί να επιτελέσει το καθήκον του;
Η υπόθεση αυτή, που προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Συλλόγου Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης «Δ. Θεοτοκόπουλος», αναδεικνύει τη λεπτή και συχνά επικίνδυνη γραμμή ανάμεσα στην παιδαγωγική παρέμβαση και την κατηγορία. Όταν ένας δάσκαλος καλείται να διαχειριστεί παραβατικές συμπεριφορές ή βίαια επεισόδια στο προαύλιο, η επιβολή ορίων –που αποτελεί θεμέλιο της αγωγής– μεταφράζεται όλο και συχνότερα από ορισμένους γονείς ως «στοχοποίηση» ή «υπέρβαση καθήκοντος», οδηγώντας σε μηνύσεις και δημόσια διαπόμπευση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η Καθημερινή Έκθεση: Από τη Βαθμολογία έως την Εφημερία
Το κλίμα έντασης στα σχολεία τροφοδοτείται από πολλούς παράγοντες, με τη βαθμοθηρία να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Σε ένα σύστημα όπου η επιτυχία κρίνεται από τις επιδόσεις, ο βαθμός παύει να είναι εργαλείο αξιολόγησης και γίνεται αντικείμενο σκληρής διαπραγμάτευσης. Ο εκπαιδευτικός παύει να αντιμετωπίζεται ως παιδαγωγός και μετατρέπεται σε «εμπόδιο» ή «σύμμαχο», με τους γονείς να ασκούν πιέσεις για «διορθώσεις» αμφισβητώντας ευθέως την κρίση του.
Αυτή η πίεση επεκτείνεται σε κάθε πτυχή της σχολικής ζωής. Στην εφημερία, ένας τυχαίος τραυματισμός μπορεί να γίνει αφορμή για δικαστική διαμάχη, ενώ στις εκδρομές η ευθύνη φαντάζει πλέον δυσβάσταχτη. Η ανάγκη του εκπαιδευτικού να θέσει κανόνες, ειδικά σε μαθητές με επαναλαμβανόμενη παραβατικότητα, προσκρούει συχνά στην άρνηση των γονέων να αναγνωρίσουν τη συμπεριφορά των παιδιών τους, επιλέγοντας αντί του διαλόγου την ποινική οδό.
Όταν η Αστυνομία Μπαίνει στην Αυλή του Σχολείου
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια ανησυχητική αύξηση της παρουσίας των αρχών μέσα στον σχολικό χώρο. Η ευκολία με την οποία ενεργοποιείται η αυτόφωρη διαδικασία μετά από μια καταγγελία, πριν καν διερευνηθεί το περιστατικό από τη διεύθυνση του σχολείου, πλήττει ανεπανόρθωτα το κύρος του εκπαιδευτικού θεσμού. Η προσαγωγή ενός δασκάλου μπροστά στα μάτια των μαθητών του δημιουργεί ένα περιβάλλον φόβου, όπου ο παιδαγωγός διστάζει πλέον να παρέμβει ακόμα και σε έναν σοβαρό καβγά, φοβούμενος τις νομικές συνέπειες.
Η στάση ορισμένων γονέων που χρησιμοποιούν την κοινωνική ή επαγγελματική τους ισχύ για να επιβληθούν στο σχολείο επιδεινώνει την κατάσταση. Η ρητορική του «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» και η απειλή της μήνυσης ως πρώτο μέσο πίεσης δημιουργούν ένα χάσμα εμπιστοσύνης. Παρά την ύπαρξη μιας πλειονότητας γονέων που συνεργάζονται αρμονικά με το σχολείο, η «θoρυβώδης» μειοψηφία καταφέρνει να δηλητηριάζει την καθημερινότητα της εκπαιδευτικής κοινότητας.
Το Στοίχημα της Πολιτείας και η Επόμενη Μέρα
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, οι εκπαιδευτικοί αισθάνονται συχνά θεσμικά μόνοι. Η πολιτεία οφείλει να ξεπεράσει τις γραφειοκρατικές διαδικασίες και να παράσχει ουσιαστική νομική κάλυψη και ψυχολογική υποστήριξη στους λειτουργούς της. Η δημιουργία ψηφιακών πλατφορμών καταγγελιών χωρίς αυστηρά φίλτρα διαμεσολάβησης μπορεί άθελά της να ενισχύει την κουλτούρα της στοχοποίησης αντί να λύνει προβλήματα.
Η επόμενη μέρα απαιτεί ένα δίκαιο πλαίσιο που θα διαχωρίζει την αυθαίρετη βία από την αναγκαία παιδαγωγική παρέμβαση. Είναι απαραίτητο να θεσπιστούν θεσμικά φίλτρα διαμεσολάβησης πριν την προσφυγή στην ποινική δικαιοσύνη και να ενισχυθεί η συνεργασία σχολείου-οικογένειας με όρους ειλικρίνειας. Αν ο δάσκαλος φοβάται να αγγίξει τον μαθητή για να τον χωρίσει από έναν καβγά, τότε το σχολείο παύει να είναι χώρος αγωγής και μετατρέπεται σε ένα αποστειρωμένο και φοβικό περιβάλλον, εις βάρος τελικά των ίδιων των παιδιών.