Ανάμεσα στους λιγότερο γνωστούς όρους της αρχαιότητας ξεχωρίζει η «ἀγαμίου γραφή», μια έννοια που σήμερα παραμένει σχεδόν άγνωστη στο ευρύ κοινό, παρά το εξαιρετικό ιστορικό της ενδιαφέρον. Ο όρος αυτός δεν ήταν μια απλή κοινωνική κατακραυγή, αλλά μια σύνθετη νομική διαδικασία της αρχαίας Σπάρτης, η οποία στρεφόταν ευθέως κατά των ανδρών που επέλεγαν συνειδητά να μην παντρευτούν. Σύμφωνα με τον συγκεκριμένο νόμο, οι άνδρες που είχαν φτάσει σε ώριμη ηλικία και παρέμεναν εργένηδες, έρχονταν αντιμέτωποι με τη δικαιοσύνη της πόλης-κράτους.
Στην αρχαία Σπάρτη, ο γάμος και η τεκνοποίηση δεν θεωρούνταν σε καμία περίπτωση αποκλειστικά προσωπική υπόθεση ή ζήτημα ελεύθερης επιλογής. Αντιθέτως, η δημιουργία οικογένειας αντιμετωπιζόταν ως μια ιερή και απαράβατη υποχρέωση του πολίτη απέναντι στην πόλη και στο κοινωνικό σύνολο. Η γέννηση νέων Σπαρτιατών συνδεόταν άμεσα με τη διατήρηση της στρατιωτικής ισχύος, τη δημογραφική σταθερότητα και την ιστορική συνέχεια της πολιτείας, καθιστώντας τον ανύπανδρο άνδρα «ελλιπή» πολίτη στα μάτια του νόμου.
Ο θεσμός της αγαμίου γραφής αποτυπώνει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο τη συλλογική νοοτροπία της σπαρτιατικής κοινωνίας, όπου το άτομο όφειλε να υποτάσσει τις επιθυμίες του στις ανάγκες του κράτους. Οι άνδρες που δεν συμμορφώνονταν με την κοινωνική προσδοκία του γάμου δεν βίωναν μόνο τον κοινωνικό αποκλεισμό, αλλά μπορούσαν να βρεθούν αντιμέτωποι με βαριές νομικές συνέπειες, ακόμα και με στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων ή δημόσιο εξευτελισμό κατά τη διάρκεια εορτών.
Η «ἀγαμίου γραφή» αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι αρχαίες ελληνικές πόλεις-κράτη ρύθμιζαν ζητήματα που στον σύγχρονο δυτικό κόσμο θεωρούνται καθαρά προσωπικά. Μέσα από τέτοιους αυστηρούς θεσμούς αναδεικνύεται η χαοτική διαφορά αντίληψης ανάμεσα στον σημερινό άνθρωπο και τον αρχαίο Σπαρτιάτη, σε έναν κόσμο όπου το συλλογικό συμφέρον και η επιβίωση της πόλης υπερίσχυαν ολοκληρωτικά της ατομικής ελευθερίας και της ιδιωτικότητας.