Η αρχαία Ελλάδα έχει καταγραφεί στη συλλογική μας μνήμη κυρίως μέσα από το πρίσμα της υψηλής φιλοσοφίας, της πολιτικής σκέψης και των αθάνατων τεχνών. Ωστόσο, πίσω από τα μάρμαρα και τις θεωρίες, υπήρχε μια απαιτητική καθημερινότητα σε μια κοινωνία που στερούνταν κάθε είδους τεχνολογική ευκολία. Σε αυτό το περιβάλλον, η επιβίωση και η κοινωνική λειτουργία βασίζονταν σε εξειδικευμένους επαγγελματίες που αναλάμβαναν τα πάντα, από την εκπαίδευση των νέων και το εμπόριο, μέχρι την ερμηνεία των θείων μηνυμάτων και τη διατήρηση της δημόσιας υγιεινής.
Στην αγορά και στους δρόμους των αρχαίων πόλεων, οι πολίτες ερχόντουσαν καθημερινά σε επαφή με τους σοφιστές, οι οποίοι ήταν οι επαγγελματίες παιδαγωγοί της εποχής. Αυτοί οι δάσκαλοι προσέφεραν γνώσεις ρητορικής και πολιτικής σκέψης έναντι αμοιβής, αποτελώντας μια ομάδα τόσο περιζήτητη όσο και αμφιλεγόμενη λόγω της τάσης τους να αμφισβητούν τις παραδοσιακές αξίες. Παράλληλα, η οικονομία στηριζόταν στους ναύκληρους, τους τολμηρούς πλοιοκτήτες που μετέφεραν εμπορεύματα στις θάλασσες για να καλύψουν τις ανάγκες της Αττικής, λειτουργώντας ως ένας κρίσιμος συνδετικός κρίκος μεταξύ της Αθήνας και του υπόλοιπου κόσμου.
Εντός της πόλης, η οικονομική δραστηριότητα συνεχιζόταν από τους καπήλους και τους αργυραμοιβούς. Οι κάπηλοι ήταν οι λιανοπωλητές της αρχαιότητας, οι μεσάζοντες που έδιναν ζωή στις αγορές αγοράζοντας προϊόντα από τους παραγωγούς για να τα μεταπωλήσουν. Από την άλλη, οι αργυραμοιβοί εκτελούσαν χρέη ζωντανών ανταλλακτηρίων, μετατρέποντας ξένα νομίσματα σε τοπικά, επιτρέποντας έτσι στο διεθνές εμπόριο να ανθίσει σε μια εποχή πολύ πριν την εμφάνιση των τραπεζών.
Η ένδυση και η υπόδηση των αρχαίων Ελλήνων ήταν αποτέλεσμα της στενής συνεργασίας τριών διαφορετικών τεχνιτών. Οι βυρσοδέψες αναλάμβαναν τη δύσκολη και συχνά ανθυγιεινή εργασία της επεξεργασίας των δερμάτων, τα οποία στη συνέχεια παρέδιδαν στους σκυτοτόμους, τους υποδηματοποιούς της εποχής. Για το υπόλοιπο σώμα φρόντιζαν οι χλαμυδουργοί, οι εξειδικευμένοι ράφτες που κατασκεύαζαν τις χλαμύδες, το απαραίτητο πανωφόρι που φορούσαν σχεδόν όλοι οι πολίτες στην καθημερινότητά τους.
Η πνευματική και σωματική καθοδήγηση είχε επίσης τους δικούς της πρωταγωνιστές, τους μάντεις και τους παιδοτρίβες. Οι μάντεις κατείχαν μια σεβαστή θέση, καθώς ερμήνευαν τα σημάδια των θεών για να συμβουλεύσουν στρατηγούς και βασιλιάδες πριν από κρίσιμες αποφάσεις. Στον αντίποδα, οι παιδοτρίβες ήταν οι υπεύθυνοι για τη σωματική διάπλαση των εφήβων, διδάσκοντάς τους την τέχνη του αγωνίζεσθαι. Αν και συχνά κατηγορούνταν για αυστηρότητα, θεωρούνταν θεματοφύλακες της σωματικής αρετής, συνδυάζοντας το ρόλο του σημερινού γυμναστή με εκείνον του παιδαγωγού.
Στις πιο πρακτικές και κοινωνικές πτυχές της ζωής, συναντούσε κανείς τους λουτράρηδες και τους κανατάδες. Οι λουτράρηδες διαχειρίζονταν τα δημόσια λουτρά, τα οποία ήταν κέντρα υγιεινής αλλά και κοινωνικής συναναστροφής, ενώ οι κανατάδες παρήγαγαν τα απαραίτητα πήλινα αγγεία για την αποθήκευση τροφίμων. Δυστυχώς, μέρος αυτής της κοινωνικής δομής ήταν και οι δεσπότες, οι ιδιοκτήτες δούλων, καθώς η δουλεία ήταν μια θεσμοθετημένη πραγματικότητα όπου άνθρωποι αντιμετωπίζονταν ως κινητά περιουσιακά στοιχεία.
Τέλος, η ατμόσφαιρα της αρχαιότητας συμπληρωνόταν από τους ήχους των σαλπιγκτών και των αυλητρίδων. Οι σαλπιγκτές έδιναν τον ρυθμό στη μάχη και σήμαιναν την έναρξη των τελετών, ενώ οι αυλητρίδες προσέφεραν ψυχαγωγία στα συμπόσια. Αυτές οι γυναίκες μουσικοί συνδύαζαν την τέχνη με την κοινωνική συναναστροφή, αποτελώντας αναπόσπαστο κομμάτι της νυχτερινής ζωής. Όλα αυτά τα επαγγέλματα, αν και σήμερα μας φαίνονται μακρινά ή γραφικά, αποτελούσαν τους στυλοβάτες ενός κόσμου που έθεσε τις βάσεις του σύγχρονου πολιτισμού.