Η προστασία των εθνικών συνόρων και η διαφύλαξη της ακεραιότητας του συστήματος μετανάστευσης αποτελούν τα βασικά καθήκοντα των πρακτόρων της ICE, σύμφωνα με τον επίσημο ιστότοπο της υπηρεσίας. Παρόλο που η Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων των ΗΠΑ ιδρύθηκε με συγκεκριμένο θεσμικό ρόλο, σήμερα βρίσκεται στο επίκεντρο της παγκόσμιας επικαιρότητας για λόγους που συχνά προκαλούν τρόμο. Η πορεία της από τη γέννησή της μέχρι τη σημερινή της μορφή αντικατοπτρίζει τις βαθιές πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές που συγκλονίζουν την αμερικανική πραγματικότητα τα τελευταία χρόνια.
Η ίδρυση της ICE ήταν το άμεσο αποτέλεσμα του συλλογικού τραύματος που προκάλεσε η τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Μέχρι τότε, ο έλεγχος της μετανάστευσης και τα τελωνεία αποτελούσαν ξεχωριστές αρμοδιότητες του ομοσπονδιακού κράτους. Ωστόσο, η ανάγκη για ενισχυμένη εσωτερική ασφάλεια οδήγησε στη δημιουργία του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας, κάτω από την ομπρέλα του οποίου συγχωνεύθηκαν 22 ομοσπονδιακές υπηρεσίες. Έτσι γεννήθηκε η ICE, λειτουργώντας αρχικά ως ο «σιδηρούς βραχίονας» για την καταδίωξη εγκληματικών στοιχείων, μελών συμμοριών και κυκλωμάτων trafficking που απειλούσαν τη δημόσια ασφάλεια.
Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Ομπάμα, οι προτεραιότητες της υπηρεσίας μετατοπίστηκαν, δίνοντας έμφαση σε άτομα που αποτελούσαν κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια. Παρά τη ρητορική περί επικέντρωσης σε σοβαρά αδικήματα, η περίοδος αυτή σημαδεύτηκε από τον εντυπωσιακό αριθμό των 2,4 εκατομμυρίων απελάσεων, πολλές από τις οποίες αφορούσαν ανθρώπους που είχαν υποπέσει σε ασήμαντα πταίσματα, όπως τροχαίες παραβάσεις. Αυτό το υπόβαθρο προετοίμασε το έδαφος για τη μετέπειτα ριζική αλλαγή της υπηρεσίας, η οποία θα χρησιμοποιούνταν πλέον ως ένα αμιγώς πολιτικό εργαλείο.
Η άνοδος του Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία μετέβαλε πλήρως τη δράση της ICE, μετατρέποντάς την σε αιχμή του δόρατος μιας σκληρής αντιμεταναστευτικής ατζέντας. Με την αύξηση των συλλήψεων κατά 42% μέσα σε μόλις έναν χρόνο, οι τακτικές των πρακτόρων έγιναν εξαιρετικά επιθετικές, με αποκορύφωμα τη βίαιη απομάκρυνση παιδιών από τους γονείς τους στα σύνορα. Η στοχοποίηση των μεταναστών πήρε συστηματικό χαρακτήρα, ικανοποιώντας ξενοφοβικά ένστικτα και προκαλώντας για πρώτη φορά μαζικές διαμαρτυρίες με αίτημα την οριστική κατάργηση της υπηρεσίας.
Σήμερα, η ICE διαθέτει έναν κολοσσιαίο προϋπολογισμό που ξεπερνά τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια και επενδύει σε αμφιλεγόμενες τεχνολογίες παρακολούθησης. Η χρήση λογισμικών κατασκοπείας, όπως το «Graphite», επιτρέπει την υποκλοπή προσωπικών μηνυμάτων, εγείροντας σοβαρά ερωτήματα για την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Παράλληλα, τα κριτήρια πρόσληψης πρακτόρων έχουν γίνει εξαιρετικά ελαστικά, επιτρέποντας την είσοδο στην υπηρεσία σε άτομα χωρίς ουσιαστικό έλεγχο ή επαρκή εκπαίδευση, γεγονός που οδηγεί σε περιστατικά αυθαιρεσίας και βίας.
Τα πρόσφατα δραματικά γεγονότα και οι μαζικές διαμαρτυρίες στις Ηνωμένες Πολιτείες φέρνουν στο φως τη δράση μιας υπηρεσίας που φαίνεται να κινείται στα όρια της νόμιμης «παρανομίας». Η ενίσχυση της ICE και η αλλαγή της φυσιογνωμίας της σε έναν μηχανισμό καταστολής με τεράστια ισχύ και ελάχιστο έλεγχο, διαμορφώνουν ένα δυσοίωνο μέλλον για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την κοινωνική συνοχή στη χώρα. Η εξέλιξη αυτή παραμένει ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα της σύγχρονης αμερικανικής πολιτικής σκηνής.