«Ἔρως ἀνίκατε μάχαν»
Με αυτό το στίχο αρχίζει το γ’ στάσιμο της Αντιγόνης του Σοφοκλή. Μια φράση, ωδή στον έρωτα δύο νέων, που είναι γνωστή μέχρι σήμερα.
Η Αντιγόνη θέλει να θάψει τον αδελφό της, τον Πολυνείκη. Ο βασιλιάς Κρέοντας το απαγορεύει. Εκείνη τον αγνοεί, υπακούοντας σε κάτι ανώτερο: τους θεϊκούς νόμους και τη φωνή της καρδιάς. Ο Αίμονας, γιος του Κρέοντα και αρραβωνιαστικός της Αντιγόνης, συγκρούεται με τον πατέρα του. Και τότε, μόλις ο νέος φεύγει από τη σκηνή, ο Χορός ψάλλει αυτούς τους στίχους — μια ωδή στην παντοδυναμία του Έρωτα.
Αλλά προσέξτε κάτι. Ο Αίμονας, στη φιλονικία με τον πατέρα του, δεν αναφέρει ποτέ τον έρωτα. Μιλάει για δικαιοσύνη, για τη γνώμη του λαού, για σύνεση. Ούτε μία λέξη για την Αντιγόνη ως αγαπημένη του. Κι όμως ο Χορός βλέπει πίσω από τα λόγια. Ονομάζει αυτό που ο νέος κρύβει — ίσως ακόμα κι από τον ίδιο του τον εαυτό. Ο Έρωτας δεν χρειάζεται να ειπωθεί για να δράσει. Λειτουργεί υπογείως, σαν τεκτονική δύναμη — δεν φαίνεται, αλλά σείει τα θεμέλια.
Ο Σοφοκλής δεν επιλέγει τυχαία τη λέξη «ἀνίκατε». Δεν λέει απλώς ότι ο Έρωτας είναι ισχυρός· λέει ότι είναι αήττητος στη μάχη. Η σύζευξη του Έρωτα με τον πόλεμο δεν είναι απλή ποιητική υπερβολή. Είναι μια βαθιά οντολογική διαπίστωση: ο Έρωτας δεν ανήκει στη σφαίρα του ειδυλλιακού — ανήκει στη σφαίρα της σύγκρουσης. Είναι δύναμη που σπάει δεσμούς εξουσίας, διαλύει ιεραρχίες, αναιρεί τη λογική του συμφέροντος.
Και κάτι ακόμα. Ο Σοφοκλής δεν μας δείχνει ποτέ τον Αίμονα και την Αντιγόνη μαζί. Δεν υπάρχει αγκαλιά, δεν υπάρχει φιλί, δεν υπάρχει σκηνή τρυφερότητας. Τον έρωτά τους τον γνωρίζουμε μόνο από τις συνέπειές του: τη σύγκρουση, την ανυπακοή, τον θάνατο. Το γ΄ στάσιμο αναπληρώνει αυτή την απουσία. Και ίσως γι' αυτό είναι τόσο δυνατό — γιατί ο Έρωτας εδώ δεν είναι συναίσθημα. Είναι πεπρωμένο.
Γιατί, αν το σκεφτείτε, στην Αντιγόνη όλα κινούνται από αγάπη — αλλά καμία αγάπη δεν σώζει αυτόν που αγαπά. Η Αντιγόνη αγαπά τον αδελφό της — και πεθαίνει. Η Ισμήνη αγαπά την αδελφή της — και μένει μόνη. Ο Αίμονας αγαπά την αρραβωνιαστικιά του — και αυτοκτονεί. Η αγάπη στον Σοφοκλή δεν λυτρώνει. Καταστρέφει. Κι όμως κανένας από αυτούς δεν θα μπορούσε να πράξει αλλιώς. Η Αντιγόνη χωρίς τη φιλαδελφία της δεν είναι Αντιγόνη. Ο Αίμονας χωρίς τον έρωτά του δεν είναι Αίμονας.
Κι εδώ κρύβεται η μεγάλη ερώτηση. Αυτή που τρεις λέξεις κουβαλάνε εδώ και δυόμισι χιλιετίες: τι υπερισχύει — ο νόμος της πόλης ή ο νόμος της καρδιάς; Ο Κρέοντας είχε την εξουσία, τον στρατό, τον νόμο. Κι όμως έχασε. Δεν έχασε από επανάσταση — έχασε από τον Έρωτα. Έχασε τον γιο του, τη γυναίκα του, τα πάντα.
Ο Σοφοκλής, λοιπόν, σε τρεις λέξεις είπε αυτό που η φιλοσοφία χρειάστηκε αιώνες για να διατυπώσει: ο Έρωτας δεν είναι αδυναμία — είναι η δύναμη που κάνει τον άνθρωπο τραγικό. Δηλαδή, αληθινά ανθρώπινο.