Την άνοιξη του 1967, μια ήσυχη γειτονιά στις παρυφές των Σερρών, στην περιοχή Καλκάνι, έγινε το σκηνικό ενός εγκλήματος που πάγωσε την ελληνική κοινή γνώμη. Η ιστορία ξεκίνησε από μια ανάγκη επιβίωσης, καθώς η 63χρονη Χρυσή Νικολαΐδου, μια γυναίκα που αναζητούσε την ηρεμία της, αποφάσισε να νοικιάσει ένα δωμάτιο στο σπίτι της στην 32χρονη Ευαγγελία Δυμάκη. Η Ευαγγελία, η οποία συγκατοικούσε με την 14χρονη κόρη της, έφερε μαζί της ένα σκοτεινό παρελθόν και μια εύθραυστη ψυχολογία που έμελλε να γίνει η θρυαλλίδα για μια ανείπωτη καταστροφή. Η συμβίωση αυτή, αντί για οικονομική ανακούφιση, μετατράπηκε γρήγορα σε μια κλειστοφοβική παγίδα, τρεφόμενη από την παράνοια και τις κοινωνικές εντάσεις της εποχής.
Το κεντρικό πρόσωπο που πυροδότησε την ένταση ήταν ο παράνομος εραστής της Ευαγγελίας, ένας παντρεμένος άντρας που την επισκεπτόταν συχνά. Η ηλικιωμένη σπιτονικοκυρά, θορυβημένη από την παρουσία του και τις καθυστερήσεις στην καταβολή των ενοικίων, απαγόρευσε την είσοδό του στο σπίτι. Αυτή η λογική απαίτηση λειτούργησε ως επιβεβαίωση της παράνοιας της Ευαγγελίας, η οποία πίστευε ακράδαντα ότι η Χρυσή προσπαθούσε να της «κλέψει» τον σύντροφο, όπως ακριβώς φανταζόταν ότι είχε συμβεί χρόνια πριν με τον πρώην σύζυγό της. Η εμμονή αυτή ρίζωσε βαθιά στο μυαλό της, μετατρέποντας τη σπιτονικοκυρά σε θανάσιμο εχθρό.
Η νύχτα της 10ης Απριλίου 1967 σφράγισε τη μοίρα των δύο γυναικών. Μετά από έναν έντονο καυγά για τα ενοίκια και τον εραστή, η Ευαγγελία έσπρωξε τη Χρυσή, η οποία έπεσε αναίσθητη στο πάτωμα. Σε μια κίνηση απόλυτης φρίκης, η δράστις ανάγκασε την ανήλικη κόρη της να γίνει συμμέτοχος στον εφιάλτη, βοηθώντας τη να αλλάξουν τα ρούχα της ηλικιωμένης και να τη σύρουν μέσα σε ένα τσουβάλι μέχρι το κοντινό ρέμα. Εκεί, ενώ η Χρυσή ήταν ακόμη λιπόθυμη, η Ευαγγελία τη μαχαίρωσε επανειλημμένα στον λαιμό, προκαλώντας σχεδόν τον αποκεφαλισμό της, ενώ προσπάθησε να σκηνοθετήσει το έγκλημα ως σεξουαλική επίθεση από άγνωστο μανιακό.
Η αποκάλυψη της αλήθειας δεν άργησε να έρθει, καθώς η 14χρονη κόρη λύγισε υπό το βάρος των ενοχών και ομολόγησε τα πάντα στις αρχές. Η είδηση συγκλόνισε το πανελλήνιο, και κατά την αναπαράσταση του εγκλήματος στις Σέρρες, το πλήθος ήταν τόσο οργισμένο που η διαδικασία παραλίγο να καταλήξει σε λιντσάρισμα. Η δίκη που ακολούθησε στη Θεσσαλονίκη το 1968 ανέδειξε την τραγικότητα της κατάστασης, με την ανήλικη έφηβη να καταθέτει με λυγμούς για τον φόβο που την είχε παραλύσει, ενώ η ίδια η Ευαγγελία, μετά από αρχικές αρνήσεις, παραδέχτηκε την πράξη της χαρακτηρίζοντας τον εαυτό της «τέρας».
Παρά την πρόταση του εισαγγελέα για τη θανατική ποινή, το δικαστήριο καταδίκασε τελικά την Ευαγγελία Δυμάκη σε ισόβια κάθειρξη χωρίς ελαφρυντικά. Η υπόθεση στο Καλκάνι παραμένει μέχρι σήμερα μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες των αληθινών εγκλημάτων στην Ελλάδα, υπενθυμίζοντας πώς η απόλυτη εμμονή και η παράνοια μπορούν να μετατρέψουν μια καθημερινή διαφωνία σε μια φρικιαστική πράξη βίας που κατέστρεψε όχι μόνο τη ζωή του θύματος, αλλά και την αθωότητα ενός παιδιού.