Η περίοδος της Τουρκοκρατίας στην Ελλάδα χαρακτηριζόταν από έναν εξαιρετικά αυστηρό και συχνά βάναυσο κώδικα ηθικής, όπου οι παράνομες ερωτικές σχέσεις αντιμετωπίζονταν ως εγκλήματα κατά της κοινωνικής και θρησκευτικής τάξης. Οι ποινές δεν ήταν μόνο σωματικές αλλά και βαθιά εξευτελιστικές, στοχεύοντας στον απόλυτο κοινωνικό αποκλεισμό των παραβατών. Από τους δημόσιους ραβδισμούς μέχρι τα θανατηφόρα βασανιστήρια, η δικαιοσύνη της εποχής δεν άφηνε περιθώρια για παρεκκλίσεις, ειδικά όταν αυτές αφορούσαν την τιμή της οικογένειας και της κοινότητας.
Στην καθημερινότητα των μουσουλμανικών και χριστιανικών κοινοτήτων, οι ανύπαντροι που συνάπτονταν ερωτικά καταδικάζονταν σε 90 σκληρούς ραβδισμούς, με τη διαφορά ότι ο άνδρας δεχόταν τα χτυπήματα στις πατούσες και η γυναίκα στα οπίσθια. Τα πράγματα γίνονταν πολύ πιο σκοτεινά στην περίπτωση της μοιχείας. Αν ένας από τους δύο ήταν παντρεμένος, η τιμωρία ήταν ο θάνατος με λιθοβολισμό. Μάλιστα, αν και οι δύο συμμετέχοντες ήταν παντρεμένοι, η ιεροτελεστία του λιθοβολισμού συνοδευόταν από ένα φρικιαστικό βασανιστήριο για τη γυναίκα, στην οποία τοποθετούσαν μια γάτα μέσα στη βράκα της πριν την εκτέλεση. Ακόμη πιο αμείλικτος ήταν ο νόμος για τη μουσουλμάνα που τολμούσε να έχει δεσμό με χριστιανό, καθώς η καταδίκη της ήταν ο ακαριαίος θάνατος με λιθοβολισμό.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος που αντιμετωπιζόταν η μοιχεία όταν η εμπλεκόμενη ήταν Τουρκάλα. Η συνήθης ποινή ήταν ο πνιγμός μέσα σε ένα σακί που ριχνόταν στη θάλασσα. Ωστόσο, υπήρχε μια παράθυρο «συγχώρεσης» που περιλάμβανε τον δημόσιο διασυρμό του συζύγου. Αν ο άνδρας επέλεγε να την κρατήσει, έπρεπε να τη φορτωθεί στην πλάτη του, να δεχτεί 150 ξυλιές και να πληρώσει στον Σούμπαση (τον αστυνόμο της εποχής) ένα χρηματικό ποσό που ονομαζόταν «κερατιάτικο». Από εκείνη τη στιγμή, ο σύζυγος έχανε την τιμή του και ο καθένας είχε το δικαίωμα να τον αποκαλεί δημόσια «κερατά».
Η αστυνόμευση της ηθικής έφτανε σε ακραία σημεία, καθώς οι αρχές μπορούσαν να παρέμβουν ακόμη και αν έβλεπαν ένα κορίτσι απλώς να συνομιλεί με έναν άνδρα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, επιστρατευόταν μαμή για να εξετάσει την αγνότητά της. Αν διαπιστωνόταν ότι η κοπέλα είχε «παραστρατήσει», η μοίρα της ήταν να πουληθεί ως σκλάβα για λίγα γρόσια, με την τιμή να εξαρτάται από την εξωτερική της εμφάνιση. Μόνο οι πλούσιες οικογένειες μπορούσαν να γλιτώσουν τα παιδιά τους από αυτή την τραγική μοίρα, πληρώνοντας υπέρογκα ποσά στον αστυνόμο για να «κλείσει» η υπόθεση αθόρυβα.
Στην Αθήνα, η διαπόμπευση των μοιχών είχε προσλάβει τον χαρακτήρα μιας σκοτεινής δημόσιας γιορτής. Το παράνομο ζευγάρι τοποθετούνταν πάνω σε ένα γαϊδούρι, με τις πλάτες γυρισμένες προς το κεφάλι του ζώου, κρατώντας την ουρά ως χαλινάρι. Σαν να μην έφτανε ο χλευασμός, τους φόρτωναν στο κεφάλι και τον τράχηλο εντόσθια ζώων. Η πομπή διέσχιζε τους δρόμους της Αθήνας υπό τις ιαχές του πλήθους και κατέληγε στην εκκλησία της Παναγίας Χρυσοκαστριώτισσας. Εκεί, οι παραβάτες παρέμεναν εκτεθειμένοι για 24 ώρες, αποτελώντας τον στόχο για τα πειράγματα και τον χλευασμό των συμπολιτών τους, σε μια προσπάθεια της κοινωνίας να «ξεπλύνει» το αμάρτημα μέσω του απόλυτου εξευτελισμού.