Η περίοδος της Τουρκοκρατίας στην Ελλάδα δεν χαρακτηριζόταν μόνο από πολιτικές αναταράξεις, αλλά και από έναν εξαιρετικά αυστηρό κώδικα ηθικής, όπου οι εξωσυζυγικές σχέσεις θεωρούνταν από τα βαρύτερα εγκλήματα. Ευρωπαίοι περιηγητές που ταξίδεψαν στην ελληνική επικράτεια εκείνη την εποχή κατέγραψαν συγκλονιστικές μαρτυρίες για ποινές που ξεκινούσαν από δημόσιους ραβδισμούς και κατέληγαν σε φρικιαστικές εκτελέσεις. Αυτό που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση είναι ότι η αυστηρότητα δεν χαρακτήριζε μόνο τις μουσουλμανικές κοινότητες, αλλά ήταν εξίσου παρούσα και στις χριστιανικές, με στόχο τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και της οικογενειακής τιμής.
Στις μουσουλμανικές κοινότητες, ο νόμος ήταν αμείλικτος για όσους παραβίαζαν τους κανόνες του γάμου. Για τους ανύπαντρους, η τιμωρία περιλάμβανε 90 ραβδισμούς, με τους άνδρες να χτυπιούνται στις πατούσες και τις γυναίκες στα οπίσθια. Ωστόσο, αν ο ένας από τους δύο ήταν παντρεμένος, η καταδίκη ήταν συνήθως ο θάνατος με λιθοβολισμό. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η τιμωρία για τη γυναίκα περιλάμβανε και εξευτελιστικά βασανιστήρια, όπως η τοποθέτηση μιας γάτας μέσα στη βράκα της πριν τον ραβδισμό. Το πιο επικίνδυνο σενάριο αφορούσε τη σχέση μιας μουσουλμάνας με έναν χριστιανό, μια πράξη που οδηγούσε ακαριαία στον θάνατο, αρκεί δύο «ευυπόληπτοι» μάρτυρες να επιβεβαίωναν το γεγονός.
Οι μαρτυρίες περιηγητών όπως ο Ιμπραήμ Μανζούρ και ο Τζόουνς δίνουν μια γλαφυρή εικόνα της βιαιότητας αυτών των εκτελέσεων. Ο Μανζούρ κατέγραψε δεκάδες περιπτώσεις όπου άνδρες αποκεφαλίστηκαν ή παλουκώθηκαν, ενώ γυναίκες ρίχτηκαν στη θάλασσα μέσα σε σακιά. Στα Ιωάννινα του 1816, ο Τζόουνς περιέγραψε τον λιθοβολισμό μιας νέας γυναίκας που είχε σχέση με έναν Ιταλό στρατιωτικό. Ο τελάλης κάλεσε όλους τους πιστούς να ρίξουν από μια πέτρα εναντίον της, μετατρέποντας την εκτέλεση σε ένα δημόσιο, συλλογικό δρώμενο γεμάτο κατάρες, που κατέληξε στον ενταφιασμό της γυναίκας σε έναν λάκκο κάτω από τη «βροχή» των λίθων.
Αντίστοιχα σκληρό ήταν το πλαίσιο και στις χριστιανικές κοινότητες, όπου η ηθική της «τιμής» ήταν υπέρτατο αγαθό. Στο Σούλι, η απλή υποψία ατίμωσης μιας γυναίκας μπορούσε να οδηγήσει σε λιθοβολισμό, ενώ οι μοιχαλίδες αντιμετώπιζαν τον θάνατο με έναν ιδιαίτερα σκληρό τρόπο: τις έκλειναν σε σακιά και τις πετούσαν στους γκρεμούς του Αχέροντα. Στη Μύκονο, ο περιηγητής Ρεμπό κατέγραψε τη διαπόμπευση και την ισόβια εξορία μιας γυναίκας, ενώ ο εραστής της δέχθηκε 100 ραβδισμούς στις πατούσες, μια ποινή που συχνά άφηνε τα θύματα ανάπηρα για το υπόλοιπο της ζωής τους.
Υπήρχαν ωστόσο και περιπτώσεις όπου η διπλωματία κατάφερνε να σώσει ζωές. Ο περιηγητής Τζον Όλιβερ Χάνσον αναφέρει ένα περιστατικό στην Αθήνα του 1813, όπου ένας Γερμανός ταξιδιώτης εντοπίστηκε να βγαίνει από το χαρέμι ενός Οθωμανού. Ενώ η γυναίκα είχε ήδη μεταφερθεί στον Πειραιά για να πνιγεί μέσα σε σακί, η παρέμβαση του Άγγλου προξένου ήταν καθοριστική. Με την επιρροή του, η θανατική καταδίκη μετατράπηκε σε ισόβια εξορία, σώζοντας τη γυναίκα από την τραγική μοίρα που περίμενε τις περισσότερες στην εποχή της Τουρκοκρατίας.