Η υπόθεση του Νίκου Κοεμτζή παραμένει μέχρι σήμερα μια από τις πιο εμβληματικές και πολυσυζητημένες ιστορίες στην ελληνική ποινική και κοινωνική ιστορία. Το ημερολόγιο έγραφε 25 Φεβρουαρίου 1973, μια εποχή που η Ελλάδα βρισκόταν υπό το σκοτάδι της δικτατορίας, όταν μια «παραγγελιά» για ένα ζεϊμπέκικο στο νυχτερινό κέντρο «Νεράιδα» κατέληξε σε μια πρωτοφανή αιματοχυσία. Ο Κοεμτζής, σε μια στιγμή ανεξέλεγκτης οργής, επιτέθηκε με μαχαίρι σκοτώνοντας τρεις ανθρώπους —δύο αστυνομικούς και έναν θαμώνα— και τραυματίζοντας άλλους, επειδή κάποιοι αστυνομικοί τόλμησαν να παρενοχλήσουν τον αδερφό του, Δημοσθένη, την ώρα που χόρευε τον μοναχικό και ιερό για την εποχή χορό του ζεϊμπέκικου.
Πέρα από το ίδιο το έγκλημα, η ιστορία του Κοεμτζή είναι βαθιά ριζωμένη στις κοινωνικές πληγές της μεταπολεμικής Ελλάδας. Μεγαλωμένος σε ένα περιβάλλον ακραίας φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, με έναν πατέρα αγωνιστή της Αντίστασης που διώχθηκε για τα φρονήματά του, ο Νίκος κουβαλούσε μέσα του τον συσσωρευμένο θυμό μιας ολόκληρης τάξης ανθρώπων που η πολιτεία θεωρούσε «αόρατους» ή επικίνδυνους. Για πολλούς, εκείνη η νύχτα στη «Νεράιδα» δεν ήταν απλώς ένας καυγάς σε ένα σκυλάδικο, αλλά η βίαιη έκρηξη ενός ανθρώπου που ένιωθε κυνηγημένος από ένα σύστημα που τον είχε περιθωριοποιήσει πριν καν γεννηθεί.
Η καταδίκη του ήταν εξίσου βαριά με τις πράξεις του, καθώς έλαβε τρεις φορές την ποινή του θανάτου, η οποία αργότερα μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη. Πέρασε 23 χρόνια στις φυλακές, όπου η παρουσία του ενέπνευσε σεβασμό ακόμα και στους πιο σκληρούς δεσμοφύλακες, ενώ η ζωή του έγινε πηγή έμπνευσης για τραγούδια, όπως η «Παραγγελιά» του Διονύση Σαββόπουλου, και κινηματογραφικές ταινίες. Μετά την αποφυλάκισή του το 1996, ο Κοεμτζής έγινε μια γνώριμη φιγούρα στους δρόμους της Αθήνας, πουλώντας την αυτοβιογραφία του και προσπαθώντας να εξηγήσει στον κόσμο ότι πίσω από τον «φονιά» υπήρχε ένας άνθρωπος που λύγισε κάτω από το βάρος της αδικίας.
Η ιστορία του Νίκου Κοεμτζή συνεχίζει να προκαλεί ερωτήματα για τα όρια της προσωπικής ευθύνης και την επίδραση των κοινωνικών συνθηκών στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση. Ήταν ένας αδίστακτος εγκληματίας ή το θύμα μιας εποχής που δεν συγχωρούσε την αδυναμία και τη διαφορετική πολιτική ταυτότητα; Το σίγουρο είναι ότι το όνομά του συνδέθηκε αδιάρρηκτα με την έννοια της αξιοπρέπειας και του άγραφου νόμου της πίστας, μετατρέποντας μια τραγική νύχτα σε έναν σύγχρονο αστικό μύθο που αντικατοπτρίζει τις αντιφάσεις και τα πάθη μιας ολόκληρης χώρας.