Ο Λεοπόλδος Α΄, γεννημένος το 1790 ως μέλος του Οίκου της Σαξονίας-Κοβούργου-Γκότα, υπήρξε μια από τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες της ευρωπαϊκής διπλωματίας του 19ου αιώνα. Αν και ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως στρατιωτικός στον ρωσικό στρατό πολεμώντας εναντίον του Ναπολέοντα, η μοίρα του συνδέθηκε στενά με τη βρετανική βασιλική οικογένεια. Μετά τον γάμο του με την Καρλόττα της Ουαλίας, κόρη του μετέπειτα βασιλιά Γεωργίου Δ΄, βρέθηκε ένα βήμα πριν γίνει πρίγκιπας σύζυγος της Βρετανίας. Ωστόσο, ο πρόωρος θάνατος της Καρλόττας το 1817 άλλαξε την πορεία του, αφήνοντάς τον στο Ηνωμένο Βασίλειο ως μια σεβαστή προσωπικότητα με διεθνές κύρος.
Μια από τις λιγότερο γνωστές αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρουσες πτυχές της ζωής του είναι η πρόταση που δέχθηκε το 1830 να γίνει ο πρώτος βασιλιάς της ανεξάρτητης Ελλάδας. Με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, οι Μεγάλες Δυνάμεις αναγνώρισαν την ελληνική ανεξαρτησία και πρόσφεραν το στέμμα στον Λεοπόλδο. Αν και αρχικά αποδέχθηκε, τελικά απέρριψε τον θρόνο επικαλούμενος τη μη ικανοποίηση των όρων του για επέκταση των ελληνικών συνόρων και οικονομική στήριξη. Με μια ιστορική επιστολή, δήλωσε πως δεν θα ήθελε να επιβληθεί σε έναν λαό χωρίς να μπορεί να του εγγυηθεί ασφάλεια και αξιοπρέπεια, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για την έλευση του Όθωνα στην Ελλάδα.
Η άρνηση αυτή αποδείχθηκε καθοριστική για το μέλλον του, καθώς μόλις έναν χρόνο μετά, το 1831, το νεοσύστατο κράτος του Βελγίου του πρόσφερε τον δικό του θρόνο. Ο Λεοπόλδος ορκίστηκε βασιλιάς των Βέλγων στις 21 Ιουλίου 1831, μια ημερομηνία που μέχρι σήμερα γιορτάζεται ως η Εθνική Ημέρα του Βελγίου. Η βασιλεία του ξεκίνησε με προκλήσεις, καθώς χρειάστηκε να αντιμετωπίσει την εισβολή των Ολλανδών και να διαχειριστεί τις εσωτερικές εντάσεις ανάμεσα σε Φιλελεύθερους και Καθολικούς, επιδεικνύοντας σπάνια διπλωματική ικανότητα.
Ως μονάρχης, ο Λεοπόλδος Α΄ ταυτίστηκε με τον εκσυγχρονισμό και την εκβιομηχάνιση της χώρας του. Παρά τις ασάφειες του βελγικού συντάγματος, κατάφερε να ασκήσει ουσιαστική επιρροή, προωθώντας τη δημιουργία του πρώτου σιδηροδρομικού δικτύου στην ηπειρωτική Ευρώπη. Η θητεία του χαρακτηρίστηκε από σταθερότητα, ενώ η ικανότητά του να ελίσσεται στις διεθνείς σχέσεις του χάρισε το προσωνύμιο «ο προξενητής της Ευρώπης», καθώς φρόντισε για στρατηγικούς γάμους μελών της οικογένειάς του, όπως εκείνον της ανιψιάς του, βασίλισσας Βικτωρίας, με τον ανιψιό του, Αλβέρτο.
Η προσωπική του ζωή σημαδεύτηκε από τον δεύτερο γάμο του με τη Λουίζα της Ορλεάνης, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά, ανάμεσα στα οποία και τον διάδοχό του, Λεοπόλδο Β΄. Παράλληλα, διατηρούσε μια μακροχρόνια σχέση με την Αρκαντί Κλαρέ, με την οποία απέκτησε επίσης δύο γιους. Ο Λεοπόλδος Α΄ πέθανε το 1865, αφήνοντας πίσω του ένα κράτος οικονομικά ισχυρό και διεθνώς αναγνωρισμένο, επιβεβαιώνοντας πως η επιλογή του να αρνηθεί το ελληνικό στέμμα για το βελγικό άλλαξε τον χάρτη της Ευρώπης.