Ο Μέγας Αλέξανδρος, γεννημένος το 356 π.Χ. στην Πέλλα της Μακεδονίας, παραμένει μέχρι σήμερα ένας από τους πιο επιδραστικούς και συναρπαστικούς ηγέτες της παγκόσμιας ιστορίας. Σε ηλικία μόλις 20 ετών ανέβηκε στον θρόνο μετά τη δολοφονία του πατέρα του, Φιλίππου Β’, και μέσα σε λίγα χρόνια κατάφερε να ενώσει την Ελλάδα, να κατακτήσει την Περσική Αυτοκρατορία και να φτάσει μέχρι τα σύνορα της Ινδίας. Η ζωή του συνδυάζει στρατιωτική ιδιοφυΐα, φιλοσοφική παιδεία, μυθικές σχέσεις και μυστήρια που εξακολουθούν να γοητεύουν.
Από μικρή ηλικία ο Αλέξανδρος διαμορφώθηκε από την Ιλιάδα του Ομήρου, την οποία ο δάσκαλός του Αριστοτέλης του είχε δωρίσει σε πολυτελές αντίγραφο. Ο Αχιλλέας έγινε το απόλυτο πρότυπό του: ηρωισμός, τιμή, δόξα και αρετή. Ο Αλέξανδρος κουβαλούσε πάντα μαζί του αυτό το βιβλίο, ακόμα και στις πιο δύσκολες εκστρατείες, μαζί με ένα μαχαίρι – σύμβολο της σύνδεσής του με τον μυθικό ήρωα. Μέσα από τον Όμηρο έμαθε ότι η αληθινή νίκη δεν μετριέται μόνο σε εδάφη, αλλά στην υστεροφημία και στην αθάνατη δόξα.
Μια από τις πιο διάσημες ιστορίες της νιότης του είναι η σχέση του με τον Βουκεφάλα, το αδάμαστο άλογο που κανείς δεν μπορούσε να δαμάσει. Στα 12 του χρόνια, ο Αλέξανδρος παρατήρησε ότι το ζώο φοβόταν τη δική του σκιά. Το γύρισε προς τον ήλιο, το ηρέμησε και ανέβηκε στη ράχη του. Από εκείνη τη στιγμή έγιναν αχώριστοι. Ο Βουκεφάλας τον συνόδευσε σε όλες τις μεγάλες μάχες, μέχρι που πέθανε μετά τη μάχη στον Υδάσπη ποταμό. Προς τιμήν του, ο Αλέξανδρος ίδρυσε την πόλη Βουκεφάλα (στο σημερινό Πακιστάν), εξασφαλίζοντας την αθανασία του αγαπημένου του συντρόφου.
Ο Αλέξανδρος πίστευε –ή τουλάχιστον προωθούσε την ιδέα– ότι ήταν γιος του Δία. Κατά την εκστρατεία του στην Αίγυπτο επισκέφθηκε το περίφημο μαντείο του Άμμωνος Διός στη Σίβα, όπου οι ιερείς τον αναγνώρισαν ως γιο του θεού. Αργότερα, και το μαντείο των Διδύμων επιβεβαίωσε τη θεϊκή του καταγωγή. Αυτή η «θεϊκή υιοθεσία» δεν ήταν απλώς προσωπική πεποίθηση. Αποτελούσε έξυπνη πολιτική στρατηγική: ενίσχυε το κύρος του απέναντι στους στρατιώτες, δικαιολογούσε την εξουσία του στους κατακτημένους λαούς και τον τοποθετούσε πάνω από τους κοινούς θνητούς.
Η σχέση του με τον Αριστοτέλη υπήρξε καθοριστική για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα και της σκέψης του. Ο μεγάλος φιλόσοφος τον δίδαξε φιλοσοφία, πολιτική, επιστήμες και ηθική. Παρά τις περιστασιακές εντάσεις –όπως όταν ο Αλέξανδρος εξοργίστηκε που ο Αριστοτέλης δημοσίευσε ιδιωτικές συζητήσεις– η γνώση που αποκόμισε αποδείχθηκε η πραγματική δύναμή του. Μέσα από την αλυσίδα Σωκράτης – Πλάτων – Αριστοτέλης – Αλέξανδρος, η ελληνική φιλοσοφία συνδέθηκε άμεσα με την παγκόσμια ιστορία και την εξάπλωση του ελληνικού πνεύματος.
Ο θάνατός του παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της αρχαιότητας. Πέθανε τον Ιούνιο του 323 π.Χ. στη Βαβυλώνα, σε ηλικία μόλις 32 ή 33 ετών. Οι θεωρίες ποικίλλουν: υπερβολική κατανάλωση κρασιού, ελονοσία, μηνιγγίτιδα, τυφοειδής πυρετός ή ακόμα και δηλητηρίαση από τους δικούς του. Η σορός του μεταφέρθηκε αρχικά προς τις Αιγές, αλλά ο Πτολεμαίος την «άπαξ» και την ενταφίασε πρώτα στη Μέμφιδα και αργότερα στην Αλεξάνδρεια, χρησιμοποιώντας την ως σύμβολο νομιμοποίησης της δικής του εξουσίας.
Η κληρονομιά του Μεγάλου Αλεξάνδρου ξεπερνά τις στρατιωτικές νίκες. Δημιούργησε την ελληνιστική εποχή, αναμειγνύοντας τον ελληνικό πολιτισμό με τις ανατολικές παραδόσεις από την Αίγυπτο μέχρι την Ινδία. Ίδρυσε δεκάδες πόλεις με το όνομά του, διέδωσε την ελληνική γλώσσα, την τέχνη, τη φιλοσοφία και την επιστήμη σε τεράστιες εκτάσεις. Οι ιδέες του για την αρετή, τη δόξα και την ενότητα των λαών επηρέασαν αιώνες πολιτικής σκέψης και στρατιωτικής στρατηγικής.
Η ζωή του Μεγάλου Αλεξάνδρου δεν είναι απλώς μια σειρά από κατακτήσεις. Είναι μια ιστορία γνώσης, φιλοδοξίας, μυθικών σχέσεων, θεϊκών φιλοδοξιών και αιώνιου μυστηρίου. Παραμένει διαχρονικό πρότυπο ηγεσίας, στρατηγικής ευφυΐας και ασταμάτητης επιδίωξης της αριστείας, υπενθυμίζοντάς μας ότι ένας άνθρωπος με όραμα και γνώση μπορεί να αλλάξει για πάντα τον κόσμο.