Ο Μώμος αποτελεί μία από τις πιο ιδιαίτερες και προκλητικές μορφές της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας. Ως θεός της σάτιρας, της χλεύης, της ειρωνείας και της αδιάλλακτης κριτικής, δεν δίσταζε να στρέφει το δηλητηριώδες βέλος του ακόμα και εναντίον του Δία και των υπόλοιπων Ολύμπιων. Η αιχμηρή γλώσσα και η ασταμάτητη διάθεση για σαρκασμό τον έκαναν ανεπιθύμητο στον Όλυμπο, όπου τελικά εκδιώχθηκε, συμβολίζοντας τη σύγκρουση ανάμεσα στην εξουσία και την ελεύθερη, ανεξέλεγκτη κριτική.
Σύμφωνα με τη Θεογονία του Ησιόδου, ο Μώμος γεννήθηκε από τη Νύχτα (Νύξ) χωρίς πατέρα, όπως και πολλές άλλες αφηρημένες, σκοτεινές θεότητες. Σε ορισμένες εκδοχές αναφέρεται ως γιος του Έρεβου, του θεού του σκότους και συντρόφου της Νύχτας. Δίδυμη αδελφή του ήταν η Οϊζύς, η προσωποποίηση της δυστυχίας και της ψυχικής οδύνης. Η καταγωγή του από τις σκοτεινές δυνάμεις της νύχτας δεν είναι τυχαία: ο Μώμος είχε την ικανότητα να φωτίζει τα κρυμμένα ελαττώματα, τις υποκρισίες και τις αδυναμίες που οι άλλοι προτιμούσαν να μένουν στο σκοτάδι.
Παρά την καταγωγή του, ο Μώμος ζούσε στον Όλυμπο και λειτουργούσε ως ο ενοχλητικός καθρέφτης των θεών. Ο ρόλος του ήταν να λέει αλήθειες μέσα από γέλιο και σαρκασμό, να αποκαλύπτει αδυναμίες και να σατιρίζει χωρίς φόβο ή δισταγμό. Δεν άφηνε τίποτα ασχολίαστο: κατηγορούσε τους θεούς για τις αδυναμίες και τις παρορμήσεις τους, τον Δία για τις βίαιες και ερωτικές του περιπέτειες, και τους θνητούς για την υποκρισία και την ματαιοδοξία τους. Η διαρκής ειρωνεία του δημιουργούσε εντάσεις και τελικά οδήγησε στην εξορία του.
Ένας από τους πιο γνωστούς μύθους που αναδεικνύουν το σατιρικό πνεύμα του Μώμου είναι η κρίση των δημιουργιών. Ο Δίας δημιούργησε τον ταύρο, ο Προμηθέας τον άνθρωπο και η Αθηνά το σπίτι. Οι θεοί επέλεξαν τον Μώμο ως κριτή. Αντί να επαινέσει, εκείνος άρχισε να βρίσκει ελαττώματα με αιχμηρό τρόπο: κατηγόρησε τον Δία ότι δεν έβαλε μάτια στα κέρατα του ταύρου για να βλέπει πού χτυπά, επέκρινε τον Προμηθέα που δεν τοποθέτησε την καρδιά του ανθρώπου εξωτερικά ώστε να φαίνονται οι κακές προθέσεις, και ειρωνεύτηκε την Αθηνά που δεν έβαλε ρόδες στα σπίτια για να τα μετακινεί κανείς όταν έχει κακούς γείτονες. Η κακεντρέχεια αυτή εξόργισε τον Δία, ο οποίος τον έδιωξε από τον Όλυμπο.
Η εξορία του Μώμου δεν ήταν απλώς τιμωρία για την κακία του. Ήταν η αντίδραση της απόλυτης εξουσίας απέναντι σε μια φωνή που αμφισβητούσε τη θεϊκή τελειότητα και ξεσκέπαζε τις αυθαιρεσίες. Ο Μώμος δεν περιοριζόταν σε αθώα αστεία· η σάτιρά του άγγιζε την ίδια την εξουσία, γελοιοποιούσε την παντοδυναμία και καλούσε σε αυτοκριτική. Γι’ αυτό και ο Δίας, ως απόλυτος άρχοντας, δεν μπορούσε να τον ανεχτεί.
Για τους αρχαίους Έλληνες, ο Μώμος ενσάρκωνε τη σάτιρα ως εργαλείο κοινωνικού και ηθικού προβληματισμού. Παρότι ενοχλητική, η κριτική του ήταν συχνά αστεία και απολαυστική. Σε μεταγενέστερα χρόνια, ο Μώμος εξελίχθηκε σε πνευματώδη σχολιαστή. Ο Λουκιανός, ο μεγάλος σατιρικός συγγραφέας της ύστερης αρχαιότητας, τον χρησιμοποιεί συχνά ως φωνή λογικής που αποκαλύπτει τη ματαιότητα θεών και ανθρώπων. Όπως οι γελωτοποιοί στις βασιλικές αυλές, ο Μώμος έλεγε αλήθειες που κανείς άλλος δεν τολμούσε να προφέρει.
Σε ορισμένες παραδόσεις, ο Μώμος θεωρείται ακόμα και υποκινητής μεγάλων γεγονότων, όπως ο Τρωικός Πόλεμος, με στόχο τη μείωση του ανθρώπινου πληθυσμού. Είτε πρόκειται για μύθο είτε για αλληγορία, η εικόνα αυτή δείχνει πόσο επικίνδυνη αλλά και αναγκαία θεωρούσαν οι αρχαίοι τη σάτιρα. Ο Μώμος δεν ήταν κακός· ήταν ειλικρινής. Και αυτή η ειλικρίνεια είχε πάντοτε κόστος.
Τα σύμβολα του Μώμου αποκαλύπτουν τον διττό χαρακτήρα του. Ο καθρέφτης συμβολίζει την αυτογνωσία και την αλήθεια: όποιος κοιτάζει μέσα του βλέπει τα ελαττώματά του χωρίς ωραιοποίηση. Η μάσκα του γελωτοποιού, άλλοτε χαρούμενη και άλλοτε θλιμμένη, εκφράζει το χιούμορ ως άμυνα απέναντι στη σκληρότητα της ζωής. Μαζί, αυτά τα σύμβολα δείχνουν ότι η σάτιρα δεν είναι απλώς γέλιο, αλλά βαθύς τρόπος κατανόησης του εαυτού και της κοινωνίας.
Ο Μώμος παραμένει μια από τις πιο σύγχρονες μορφές της ελληνικής μυθολογίας. Εκπροσωπεί τη φωνή που ενοχλεί, αλλά χρειάζεται. Εκείνη που σατιρίζει την εξουσία, αποκαλύπτει τα λάθη, γελοιοποιεί την υποκρισία και μας καλεί να γελάσουμε — πρώτα απ’ όλα με τον ίδιο μας τον εαυτό. Στον κόσμο των θεών και των ανθρώπων, ο Μώμος ήταν και παραμένει ο καθρέφτης που κανείς δεν θέλει να κοιτάξει, αλλά όλοι έχουμε ανάγκη.