Κάθε φορά που ο κινηματογράφος επιχειρεί να μεταφέρει στην οθόνη το ομηρικό έπος, ξαναζωντανεύει η συζήτηση γύρω από το διάσημο ερώτημα του Δημήτρη Λιαντίνη: ποιο είναι το μυστικό της Ωραίας Ελένης; Οι πρόσφατες φήμες και αντιδράσεις για πιθανές κινηματογραφικές μεταφορές, από την πανοπλία του Αγαμέμνονα μέχρι την επιλογή ηθοποιών για ρόλους όπως της Ελένης, αποδεικνύουν πόσο διαχρονικό παραμένει το ενδιαφέρον μας για τους ήρωες του Τρωικού Πολέμου. Ωστόσο, καμία επιλογή δεν προκαλεί τόσο έντονες συζητήσεις όσο η ερμηνεία της Ελένης, καθώς η μορφή της έχει χαραχτεί στο συλλογικό ασυνείδητο ως το απόλυτο πρότυπο ομορφιάς.
Ο Όμηρος, με μαεστρία, αποφεύγει σκόπιμα να δώσει λεπτομερή περιγραφή της εξωτερικής εμφάνισης της Ελένης. Χρησιμοποιεί μόνο γενικά επίθετα, όπως «καλλίκομος» για τα ωραία μαλλιά της ή «λευκώλενος» για τα λευκά χέρια της, χωρίς να αναφέρει χρώμα ματιών, σχήμα προσώπου, ύψος ή άλλα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Αυτή η επιλογή δεν είναι τυχαία. Όπως εξηγούσε ο καθηγητής Δημήτρης Λιαντίνης στους φοιτητές του στο Μαράσλειο Διδασκαλείο, ο ποιητής αρνείται να «φυλακίσει» την ομορφιά σε στενά όρια μιας συγκεκριμένης εικόνας, διατηρώντας το κάλλος της στο επίπεδο του απείρου.
Με αυτή την έλλειψη λεπτομερειών, ο Όμηρος απελευθερώνει πλήρως τη φαντασία του αναγνώστη. Δεν γνωρίζουμε αν η Ελένη ήταν ξανθιά ή μελαχρινή, ψηλή ή λιγνή, γαλανόματη ή με μαύρα μάτια. Ο Λιαντίνης τόνιζε ότι αυτή η «σιωπή» είναι ένα έξυπνο τέχνασμα: αν ο ποιητής την περιέγραφε με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, θα απέκλειε όσους γοητεύονται από διαφορετικά πρότυπα ομορφιάς. Έτσι, η Ελένη γίνεται καθολική, μια ιδέα που ο καθένας πλάθει με βάση τη δική του αισθητική καλλιέργεια και προσωπική φαντασία. Γίνεται η νοητική εποπτεία της απόλυτης ομορφιάς, που ξεπερνά κάθε περιορισμό.
Πέρα από το «ωραίο», ο Λιαντίνης εισάγει στην ανάλυσή του την έννοια του «υπέροχου», μια ανώτερη και σχεδόν τρομακτική μορφή κάλλους που εμπεριέχει κίνδυνο και δύναμη. Χρησιμοποιεί το παράδειγμα του κεραυνού: κάτι εξαιρετικά όμορφο, αλλά ικανό να σκοτώσει. Με αυτή την οντολογική διάσταση, η Ελένη δεν είναι απλώς μια γυναίκα με εξαιρετική εμφάνιση – είναι μια ιδέα που ξεπερνά τον χρόνο, την ανθρώπινη φύση και κάθε φυσική περιγραφή. Το κάλλος της γίνεται επικίνδυνο, γιατί προκαλεί πόλεμο, καταστροφή και αιώνια λαχτάρα.
Αυτή η φιλοσοφική προσέγγιση εξηγεί γιατί κάθε κινηματογραφική απόπειρα να απεικονιστεί η Ελένη προκαλεί έντονες αντιδράσεις. Οποιαδήποτε συγκεκριμένη επιλογή ηθοποιού «φυλακίζει» την Ελένη σε μια μορφή, περιορίζοντας την απέραντη φαντασία που ο Όμηρος σκόπιμα άφησε ελεύθερη. Το μυστικό της Ωραίας Ελένης, όπως το αποκάλυψε ο Λιαντίνης, βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την αόρατη, απεριόριστη ομορφιά που ζει μόνο μέσα μας. Στον σύγχρονο κινηματογράφο, η πρόκληση παραμένει: πώς να αποτυπώσεις κάτι που, από τη φύση του, αρνείται να περιοριστεί;