Κανένας εκπαιδευτικός, όσο προσεκτικός και υπεύθυνος κι αν είναι, δεν διαθέτει «μαγικό ραβδί» για να ακινητοποιήσει ταυτόχρονα εκατοντάδες παιδιά. Κι όμως, αυτό ακριβώς φαίνεται να περιμένουμε από τους δασκάλους και τις δασκάλες κάθε φορά που ακούγεται η κλασική καταγγελία: «Τα παιδιά έτρεχαν και οι δάσκαλοι δεν έκαναν τίποτα». Η φράση ακούγεται σχεδόν αυτονόητη, μέχρι να σταθούμε λίγο στη λογική της. Τι ακριβώς θα έπρεπε να κάνουν; Πώς σταματάς 200 ή 300 παιδιά που βγαίνουν μαζί στο προαύλιο; Και, το πιο σημαντικό: γιατί να τα σταματήσεις;
Το διάλειμμα δεν είναι κενός χρόνος ή παύση μαθήματος. Είναι βιολογική ανάγκη. Μετά από μία ή μιάμιση ώρα καθισμένης συγκέντρωσης, το σώμα ζητά κίνηση, ο εγκέφαλος ζητά αποφόρτιση, το παιδί ζητά κοινωνική αλληλεπίδραση. Το τρέξιμο, το παιχνίδι, η αυθόρμητη ενέργεια δεν αποτελούν απειλή για τη σχολική ζωή – αποτελούν μέρος της. Παράδοξο είναι ότι το ίδιο παιδί ενθαρρύνεται να τρέχει ελεύθερα στο απόγευμα, στο πάρκο, στο γήπεδο, στις εξωσχολικές δραστηριότητες. Όμως μέσα στο σχολείο, στον χώρο όπου περνά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας του, η ίδια συμπεριφορά μετατρέπεται σε «πρόβλημα».
Στο βάθος αυτής της στάσης κρύβεται μια σύγχρονη αγωνία: η ψευδαίσθηση του απόλυτου ελέγχου και της απόλυτης ασφάλειας. Κάθε πτώση θεωρείται αποτυχία επιτήρησης, κάθε γρατζουνιά ερμηνεύεται ως πλημμελής εφημερία, κάθε μικρό ατύχημα αναζητά υπεύθυνο. Το σχολείο, όμως, δεν είναι αποστειρωμένο εργαστήριο. Είναι ζωντανός οργανισμός, χώρος κίνησης, παιχνιδιού, έντασης και ενέργειας. Κανένας εκπαιδευτικός δεν μπορεί – και ίσως δεν θα έπρεπε να προσπαθεί – να μετατρέψει το προαύλιο σε μουσείο ακινησίας. Ένα σχολείο χωρίς τρέξιμο, χωρίς φωνές, χωρίς αυθορμητισμό θα ήταν σιωπηλό, φοβισμένο και αφύσικο.
Το πραγματικό ζήτημα δεν είναι η κίνηση των παιδιών, αλλά ο σχεδιασμός των σχολείων που δεν την αντέχουν. Όταν εκατοντάδες μαθητές συνωστίζονται σε μικρά προαύλια, οι συγκρούσεις δεν οφείλονται σε κακή συμπεριφορά – οφείλονται σε φυσική περιορισμένη χωρητικότητα. Η λύση δεν βρίσκεται στην καταστολή της παιδικής φύσης, αλλά σε υποδομές που τη φιλοξενούν: θωρακισμένα δάπεδα με προστατευτικά υλικά, στρογγυλεμένες γωνίες, μεγαλύτεροι ανοιχτοί χώροι, μόνιμη παρουσία νοσηλευτικού προσωπικού για άμεση αντιμετώπιση μικροατυχημάτων. Η ασφάλεια δεν σημαίνει απουσία κινδύνου – σημαίνει έξυπνη διαχείριση κινδύνου σε ένα φυσιολογικό, ζωντανό περιβάλλον.
Τα παιδιά δεν ξεκινούν από το μηδέν στα έξι τους χρόνια. Έρχονται στο σχολείο ήδη συνηθισμένα να τρέχουν, να παίζουν, να κινούνται. Και αυτό είναι το σωστό. Το λάθος δεν είναι το τρέξιμο στο προαύλιο. Το λάθος είναι η προσδοκία ότι το σχολείο πρέπει να αναστείλει ό,τι φυσικά χαρακτηρίζει την παιδική ηλικία.
Ίσως, τελικά, το ερώτημα δεν αφορά μόνο το διάλειμμα. Αφορά το μοντέλο σχολείου που θέλουμε να χτίσουμε: ένα σχολείο όπου τα παιδιά κινούνται, γελούν, πέφτουν, σηκώνονται, μαθαίνουν μέσα από το παιχνίδι και την εμπειρία; Ή ένα σχολείο διαρκούς επιτήρησης, άγχους, περιορισμού και φόβου ευθύνης; Η εκπαίδευση δεν είναι μόνο μετάδοση γνώσης. Είναι εμπειρία ζωής. Και η παιδική ζωή έχει κίνηση.
Αντί να ζητάμε από τους εκπαιδευτικούς να σταματήσουν το τρέξιμο, ήρθε η ώρα να ζητήσουμε από την Πολιτεία να σχεδιάσει σχολεία που μπορούν να το υποδεχτούν. Γιατί ένα παιδί που τρέχει στο προαύλιο δεν είναι πρόβλημα πειθαρχίας. Είναι απλώς… παιδί.