Τον Μάιο του 1981, μια συνηθισμένη βραδιά στην Καλλιθέα μετατράπηκε σε έναν από τους χειρότερους εφιάλτες της ελληνικής κοινωνίας. Στην οδό Σαπφούς, πίσω από τις κλειστές πόρτες μιας πολυκατοικίας, μια 37χρονη γυναίκα από τη Φινλανδία, παντρεμένη με Έλληνα βιομήχανο, έκοψε το νήμα της ζωής της 11χρονης κόρης της. Η είδηση έσκασε σαν βόμβα όταν ο σύζυγος, επιστρέφοντας από τη δουλειά, βρήκε τη γυναίκα του έξω από το σπίτι, ξυπόλυτη και με το νυχτικό της, να του ομολογεί με ανατριχιαστική ηρεμία ότι έπνιξε το παιδί τους. Η εικόνα του πατέρα που έτρεχε στο μπάνιο για να βρει το άψυχο σώμα της κόρης του μέσα στην μπανιέρα παραμένει μια από τις πιο οδυνηρές σκηνές των δικαστικών χρονικών.
Το υπόβαθρο της ιστορίας αποκαλύπτει μια γυναίκα που πάλευε εδώ και χρόνια με σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα. Είχε νοσηλευτεί στο εξωτερικό και βρισκόταν υπό ιατρική παρακολούθηση στην Αθήνα, με τον σύζυγό της να της χορηγεί φάρμακα στο σπίτι. Παρά τις προειδοποιήσεις και τις αλλόκοτες συμπεριφορές της, όπως οι κραυγές τα βράδια και οι ξυπόλυτες βόλτες στη γειτονιά, ο σύζυγος αρνιόταν να την εισαγάγει σε ίδρυμα, πιστεύοντας ότι η αγάπη και η φροντίδα του θα αρκούσαν για να βελτιωθεί η κατάστασή της. Η κοινωνία της Καλλιθέας τότε, αν και γνώριζε ότι "κάτι δεν πήγαινε καλά", αντιμετώπιζε την κατάσταση με την αμηχανία που προκαλεί η λέξη "τρέλα", χωρίς να μπορεί να φανταστεί την επερχόμενη καταστροφή.
Οι λεπτομέρειες του εγκλήματος ήταν τόσο φρικτές που οι ιατροδικαστές της εποχής χαρακτήρισαν τη σκηνή ως τη χειρότερη που είχαν αντικρίσει ποτέ. Η μητέρα, σε μια κατάσταση πλήρους αποσύνδεσης από την πραγματικότητα, επιτέθηκε στο κορίτσι, το έπνιξε και στη συνέχεια το μετέφερε στην μπανιέρα. Όταν συνελήφθη λίγο αργότερα, οι δηλώσεις της στους αστυνομικούς προκάλεσαν ρίγη συγκίνησης και αποτροπιασμού. Ισχυριζόταν ότι δεν ήθελε να κάνει κακό, αλλά απλώς "ήθελε να πλύνει τα μαλλάκια της κόρης της", ενώ σε ερωτήσεις του εισαγγελέα απαντούσε με το αφοπλιστικό "εσύ δεν πλένεις τα παιδιά σου;".
Η υπόθεση αυτή άνοιξε μια μεγάλη συζήτηση στην Ελλάδα της δεκαετίας του '80 για την ψυχική υγεία, τις κοινωνικές δομές και την ευθύνη της οικογένειας. Η τραγωδία της οδού Σαπφούς δεν ήταν μόνο η απώλεια ενός 11χρονου παιδιού, αλλά και η αποκάλυψη ενός συστήματος που άφηνε αβοήθητους ανθρώπους με σοβαρές παθήσεις μέσα σε μια ξένη χώρα, χωρίς επαρκή υποστήριξη. Δεκαετίες μετά, η φράση "τα μαλλάκια της ήθελα να πλύνω" παραμένει ένα σύμβολο της φρίκης που μπορεί να γεννήσει η ακαταλόγιστη ψυχική ασθένεια όταν παραμένει χωρίς την απαραίτητη ιατρική παρέμβαση.