Η 25η Μαρτίου του 1979 έμελλε να μείνει στην ιστορία του ελληνικού αστυνομικού ρεπορτάζ ως η ημέρα που οι κραυγές στο χοιροστάσιο της Παλλήνης δεν προέρχονταν από κάποιο ζώο, αλλά από το τέλος μιας ανθρώπινης ζωής. Ο Δ. Κ. δεν έχασε τη ζωή του για βιοποριστικούς λόγους, αλλά έπεσε νεκρός από τα χέρια της συζύγου του, σε μια υπόθεση που αποκάλυψε χρόνια ενδοοικογενειακής βίας, απόγνωσης και ενός γάμου που ξεκίνησε κάτω από ασφυκτικές πιέσεις.
Η σχέση του ζευγαριού ήταν προβληματική από την αρχή, με την αδερφή του θύματος να υποστηρίζει πως ο Δ. Κ. αναγκάστηκε να παντρευτεί την Κ. μετά από πίεση του πατέρα του. Το πρώτο σκοτεινό δείγμα γραφής δόθηκε το 1975 στα Τρίκαλα, όταν η γυναίκα επιτέθηκε στον σύζυγό της με τσεκούρι ενώ εκείνος κοιμόταν. Τότε, η ίδια είχε ισχυριστεί πως το θύμα την απατούσε και την κακοποιούσε, με το δικαστήριο να της αναγνωρίζει «πλήρη σύγχυση» και να την καταδικάζει σε φυλάκιση με αναστολή.
Η Ζωή στην Παλλήνη και οι «Ομηρικοί» Καβγάδες
Το 1976 το ζευγάρι μετακόμισε στην Αθήνα αναζητώντας μια νέα αρχή, δουλεύοντας σε χοιροστάσιο στο Κάτω Χαρβάτι. Αν και οι απολαβές τους ήταν ικανοποιητικές για την εποχή, οι συγκρούσεις σύντομα έγιναν καθημερινότητα. Ο ιδιοκτήτης του χοιροστασίου κατέθεσε αργότερα πως ο Δ. Κ. έπινε συνεχώς και χτυπούσε τη γυναίκα του αλύπητα, ενώ γείτονες την περιέγραφαν ως μια δυναμική και εργατική γυναίκα που ήταν μόνιμα λερωμένη από τη σκληρή δουλειά με τα ζώα.
Η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο το βράδυ της 25ης Μαρτίου. Σύμφωνα με την απολογία της Κ. Κ., ο σύζυγός της την ξυλοκόπησε άγρια μπροστά στην κόρη τους και απείλησε να σφάξει εκείνη και τα παιδιά τους. Μέσα στον τρόμο της, η γυναίκα άρπαξε μια σωλήνα και τον χτύπησε επανειλημμένα στο κεφάλι την ώρα που εκείνος ανέβαινε τη σκάλα του σπιτιού τους.
Το Σχέδιο Εξαφάνισης και το Μακάβριο Εύρημα
Μετά τον φόνο, η Κ. Κ. προσπάθησε να καλύψει τα ίχνη της. Είπε στον ιδιοκτήτη πως ο άντρας της έφυγε με δύο κακοποιούς, όμως η ψυχρή της στάση κίνησε υποψίες. Παρά τις προσπάθειές της να αποφύγει την αστυνομία, η δήλωση εξαφάνισης έγινε τελικά στις 30 Μαρτίου. Οι συγγενείς του θύματος ήταν πεπεισμένοι πως ο Δ. Κ. βρισκόταν θαμμένος κάπου στο χοιροστάσιο, όμως το μόνο στοιχείο ήταν μια κηλίδα αίματος που δεν μπορούσε να ταυτοποιηθεί.
Η λύση του μυστηρίου δόθηκε έναν μήνα αργότερα, στις 24 Απριλίου, όταν ένα συνεργείο εκκένωσης βόθρων βρήκε ένα ανθρώπινο κόκαλο στα φρεάτια του χοιροστασίου. Υπό το βάρος των αποδείξεων, η Κ. Κ. ομολόγησε το έγκλημα: είχε κάψει το πτώμα του συζύγου της και είχε ρίξει τα υπολείμματα στον βόθρο για να μην βρεθούν ποτέ.
Η Δίκη και η Καταδίκη σε Ισόβια
Η δίκη που ακολούθησε τον Φεβρουάριο του 1980 συγκέντρωσε το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης. Η κατηγορούμενη προσπάθησε να πείσει το δικαστήριο πως έδρασε σε άμυνα για να σώσει τα παιδιά της, όμως ο εισαγγελέας ήταν αμείλικτος. Την περιέγραψε ως μια ψυχρή γυναίκα που σπίλωσε τη μνήμη του νεκρού και ζήτησε την ενοχή της χωρίς ελαφρυντικά.
Τελικά, το δικαστήριο την έκρινε ένοχη για ανθρωποκτονία από πρόθεση με ψήφους 4-3. Η ποινή που της επιβλήθηκε ήταν τα ισόβια δεσμά. Η Κ. Κ. δέχτηκε την απόφαση με αξιοσημείωτη ψυχραιμία, ανακουφισμένη –όπως λένε οι μαρτυρίες– που απέφυγε τη θανατική ποινή, η οποία τότε ήταν ακόμη σε ισχύ στην Ελλάδα.