Το Σάββατο 17 Φεβρουαρίου του 2001, η Ελλάδα παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα τις εξελίξεις γύρω από έναν από τους πιο διαβόητους κακοποιούς της σύγχρονης ιστορίας. Ο Κώστας Πάσσαρης, οπλισμένος και αποφασισμένος για όλα, κρυβόταν σαν κυνηγημένο αγρίμι, έχοντας αφήσει πίσω του δύο νεκρούς αστυνομικούς στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο την προηγούμενη ημέρα. Η απόδρασή του δεν ήταν απλώς μια τυχαία στιγμή, αλλά η κορύφωση μιας σκοτεινής πορείας που ξεκίνησε από τα εφηβικά του χρόνια στους δρόμους της Αθήνας.
Η αντίστροφη μέτρηση για το μακελειό ξεκίνησε όταν ο Πάσσαρης προφασίστηκε κρίσεις επιληψίας μέσα στις φυλακές Κορυδαλλού, καταφέρνοντας να πείσει τις αρχές για τη μεταφορά του σε νοσοκομείο. Παρά το γεγονός ότι οι αρχιφύλακες Θανάσης Δρακόπουλος και Διονύσης Αλεβιζόπουλος, μαζί με τον ειδικό φρουρό Ανδρέα Φυσέκη, γνώριζαν την επικινδυνότητα του κρατουμένου, κανείς δεν φανταζόταν ότι είχε καταφέρει να προμηθευτεί όπλο μέσα στο σωφρονιστικό ίδρυμα. Η ηρεμία που έδειχνε κατά τη διαδρομή ήταν η «ηρεμία πριν την καταιγίδα».
Μόλις έφτασαν στο νοσοκομείο, η κατάσταση εκτραχύνθηκε μέσα σε δευτερόλεπτα. Την ώρα που ο Φυσέκης προχωρούσε μπροστά για τα διαδικαστικά, ο Πάσσαρης έβγαλε το πιστόλι και πυροβόλησε εν ψυχρώ τους δύο αρχιφύλακες από απόσταση αναπνοής. Ο Φυσέκης, αν και δέχτηκε σφαίρες και τραυματίστηκε βαριά, ήταν ο μόνος που κατάφερε να επιζήσει από την επίθεση. Μέσα στον πανικό και τις κραυγές των παρευρισκόμενων, ο κακοποιός εξαφανίστηκε, ξεκινώντας μια σύντομη αλλά αιματηρή περίοδο φυγοδικίας.
Η εγκληματική φύση του Πάσσαρη είχε διαμορφωθεί από πολύ νωρίς. Γεννημένος το 1975, μεγάλωσε ουσιαστικά χωρίς επίβλεψη μετά τον θάνατο της μητέρας του, μπαίνοντας στον χώρο των μικροκλοπών ήδη από τα 15 του χρόνια. Η θητεία του στον στρατό και ο εγκλεισμός του σε αναμορφωτήρια δεν τον σωφρόνισαν· αντίθετα, ενίσχυσαν το μίσος του για την εξουσία. Μετά από μια σειρά ληστειών και συμπλοκών με την αστυνομία, στις οποίες έχασε τους συνεργάτες του, ο Πάσσαρης είχε ορκιστεί εκδίκηση κατά των αστυνομικών αρχών, μια υπόσχεση που τήρησε με τον πιο φρικτό τρόπο.
Παρά τις προσπάθειες της ΕΛ.ΑΣ. να τον συλλάβει, με αποκορύφωμα ένα επικό «φιάσκο» σε διαμέρισμα στον Νέο Κόσμο τον Ιούλιο του 2001, ο Πάσσαρης κατάφερε να διαφύγει στη Ρουμανία με πλαστό διαβατήριο. Εκεί συνέχισε τη δράση του μέχρι τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, όταν οι ρουμανικές ειδικές δυνάμεις εισέβαλαν στο κρησφύγετό του στο Βουκουρέστι. Η εικόνα της σύλληψής του παραμένει χαραγμένη στη μνήμη πολλών, με τον Πάσσαρη να αντιστέκεται λυσσαλέα και να βρίζει τους αστυνομικούς, μέχρι που ένα χτύπημα με κοντάκι όπλου στο πρόσωπο έβαλε οριστικό τέλος στην αντίστασή του.
Σήμερα, ο Κώστας Πάσσαρης παραμένει έγκλειστος στη διαβόητη φυλακή της Κραϊόβα στη Ρουμανία, εκτίοντας ποινές ισοβίων. Η ιστορία του αποτελεί ένα σκοτεινό κεφάλαιο του αστυνομικού ρεπορτάζ, υπενθυμίζοντας τις αδυναμίες του σωφρονιστικού συστήματος της εποχής και το βαρύ τίμημα που πλήρωσαν όσοι βρέθηκαν στον δρόμο του. Η εγκληματική του δράση έσβησε πίσω από τα κάγκελα, αφήνοντας πίσω της ανεξίτηλες πληγές στις οικογένειες των θυμάτων του.