Η υπόθεση της δολοφονίας του 20χρονου Θοδωρή Γαλαζούλα τον Μάιο του 2016 αποτελεί μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής εγκληματικότητας. Ο Θοδωρής, ένας φοιτητής πληροφορικής από τα Γλυκά Νερά, πίστευε ότι είχε στο πλευρό του έναν πιστό φίλο, τον Ιωσήφ Ριτζάκη, τον οποίο αποκαλούσε "αδελφό" και ένιωθε ασφαλής υπό την προστασία του. Η τραγωδία ξεκίνησε την Ημέρα της Μητέρας, όταν ο Θοδωρής έφυγε από το σπίτι του για να συναντήσει, όπως ισχυρίστηκε, μια κοπέλα. Στην πραγματικότητα, επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο του Ριτζάκη, ο οποίος τον οδήγησε σε μια απόμερη περιοχή της Πεντέλης, στη θέση Άγιος Πέτρος, όπου και τον εκτέλεσε εν ψυχρώ με τρεις πυροβολισμούς από κυνηγετική καραμπίνα.
Για έξι ημέρες, η οικογένεια Γαλαζούλα βίωνε το μαρτύριο της αγωνίας, ενώ ο δολοφόνος έπαιζε ένα κυνικό παιχνίδι, αναζητώντας δήθεν και ο ίδιος τον φίλο του μέσα από αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα. Η αποκάλυψη της σορού έγινε από έναν περιπατητή, αλλά η μοίρα επεφύλασσε ένα ακόμα σκληρό παιχνίδι: ο άνθρωπος που κλήθηκε με το ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ να παραλάβει το πτώμα ήταν ο νονός του Θοδωρή, ο οποίος κατέρρευσε αναγνωρίζοντας το παιδί που είχε βαφτίσει. Η ιατροδικαστική εξέταση επιβεβαίωσε την αγριότητα του εγκλήματος, καθώς ο δράστης έδωσε τη χαριστική βολή στον κρόταφο του θύματος, το οποίο δεν είχε προβάλει καμία αντίσταση, εμπιστευόμενο τον δολοφόνο του μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο.
Η σύλληψη του Ιωσήφ Ριτζάκη δεν έφερε τη λύτρωση, αλλά άνοιξε έναν νέο κύκλο αίματος. Ο δολοφόνος έδειξε πρωτοφανή αναλγησία, παρευρισκόμενος ακόμα και στην κηδεία του Θοδωρή, όπου έδωσε συλλυπητήρια στους γονείς του θύματος. Η προκλητική του στάση και η εκτέλεση του παιδιού τους οδήγησαν τον πατέρα του Θοδωρή, Παναγιώτη Γαλαζούλα, σε μια απόφαση απελπισίας και εκδίκησης. Δεκατέσσερις μήνες μετά τη δολοφονία του γιου του, ο Παναγιώτης Γαλαζούλας πήρε τον νόμο στα χέρια του και εκτέλεσε τον πατέρα του δολοφόνου, Μανούσο Ριτζάκη, στη Λεωφόρο Μαραθώνος, ολοκληρώνοντας μια αιματηρή βεντέτα που συγκλόνισε το πανελλήνιο.
Το τέλος αυτής της τραγωδίας βρήκε και τους δύο άνδρες, τον γιο και τον πατέρα της αντίπαλης οικογένειας, καταδικασμένους σε ισόβια κάθειρξη. Δύο σπίτια έκλεισαν, δύο πατέρες οδηγήθηκαν στη φυλακή και δύο οικογένειες διαλύθηκαν οριστικά. Η ιστορία της Πεντέλης παραμένει μια οδυνηρή υπενθύμιση για το πώς η προδοσία μιας φιλίας μπορεί να πυροδοτήσει έναν ανεξέλεγκτο κύκλο βίας, όπου στο τέλος δεν υπάρχουν νικητές, παρά μόνο ηττημένοι και μια ισόβια σιωπή που καλύπτει τις χαμένες ζωές.