Η ιστορία έχει την τάση να επαναλαμβάνεται, και το περιστατικό ραδιενέργειας που συνέβη στην Κωνσταντινούπολη το 1998 αποτελεί μια τρανή απόδειξη των κινδύνων που ελλοχεύουν όταν ραδιενεργές πηγές καταλήγουν σε λάθος χέρια. Το ατύχημα ξεκίνησε από τη λανθασμένη διαχείριση παλιών πηγών κοβαλτίου-60, οι οποίες χρησιμοποιούνταν σε μηχανήματα για τη θεραπεία του καρκίνου. Παρά το γεγονός ότι οι πηγές αυτές είχαν χάσει τη χρησιμότητά τους για ιατρικούς σκοπούς λόγω του χρόνου ημιζωής τους, παρέμεναν εξαιρετικά επικίνδυνες και θανατηφόρες για οποιονδήποτε ερχόταν σε επαφή μαζί τους χωρίς την κατάλληλη προστασία.
Η αλληλουχία των γεγονότων που οδήγησε στην τραγωδία ξεκίνησε όταν μια εταιρεία στην Άγκυρα αποθήκευσε παράνομα τρεις χρησιμοποιημένες πηγές κοβαλτίου, αντί να τις εξάγει για απόρριψη όπως προέβλεπε η άδεια που είχε λάβει. Δύο από αυτές τις πηγές μεταφέρθηκαν αργότερα στην Κωνσταντινούπολη και εγκαταλείφθηκαν σε έναν ανασφάλιστο χώρο που κάποτε λειτουργούσε ως κατάστημα. Όταν ο χώρος πουλήθηκε, οι νέοι ιδιοκτήτες, αγνοώντας το περιεχόμενο των δοχείων, τα πούλησαν ως παλιοσίδηρα σε δύο αδέρφια που ασχολούνταν με τη συλλογή σκραπ. Αυτή η μοιραία απόφαση έθεσε σε κίνηση μια σειρά από αλυσιδωτές αντιδράσεις έκθεσης στη ραδιενέργεια.
Τα δύο αδέρφια μετέφεραν τα δοχεία στην αυλή τους και άρχισαν να τα αποσυναρμολογούν χρησιμοποιώντας ακόμη και φλόγιστρο ασετυλίνης. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, η προστατευτική θωράκιση μολύβδου παραβιάστηκε και η ραδιενεργή πηγή εκτέθηκε στο περιβάλλον. Τα πρώτα συμπτώματα, όπως ναυτία και έμετος, εμφανίστηκαν σχεδόν αμέσως, αλλά αρχικά διαγνώστηκαν λανθασμένα ως τροφική δηλητηρίαση. Χρειάστηκαν αρκετές ημέρες και η επιδείνωση της υγείας των εμπλεκομένων, συμπεριλαμβανομένων δερματικών αλλοιώσεων και σοβαρών αιματολογικών προβλημάτων, μέχρι οι γιατροί να υποψιαστούν το σύνδρομο οξείας ακτινοβολίας και να ενημερώσουν τις αρχές.
Η επιχείρηση καθαρισμού που ακολούθησε ήταν εξαιρετικά δύσκολη και επικίνδυνη, καθώς η ραδιενεργή πηγή είχε χαθεί μέσα σε τόνους άλλων μετάλλων. Οι αρχές κατάφεραν τελικά να ανακτήσουν μία από τις πηγές, αλλά η δεύτερη δεν βρέθηκε ποτέ, προκαλώντας ερωτήματα για το αν είχε τοποθετηθεί ποτέ στο δοχείο ή αν είχε ήδη λιώσει σε κάποιο χυτήριο. Το ατύχημα αυτό επηρέασε βαθιά τη δημόσια ψυχολογία στην Τουρκία, ενισχύοντας τους φόβους για πυρηνικά περιστατικά, αλλά ταυτόχρονα οδήγησε σε βελτίωση των πρωτοκόλλων ασφαλείας και στην ευαισθητοποίηση σχετικά με την ορθή διαχείριση ραδιενεργών υλικών.