Η ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης είναι γεμάτη ηρωικές στιγμές, όμως ανάμεσά τους κρύβονται και σελίδες απόλυτης φρίκης που σπάνια αναφέρονται στα σχολικά βιβλία. Μία από αυτές τις ιστορίες είναι η τραγική κατάσταση που επικράτησε στο Ναύπλιο κατά τη διάρκεια της μακράς πολιορκίας του από τις δυνάμεις του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Στα «Απομνημονεύματά» του, ο Φώτιος Χρυσανθόπουλος, γνωστός ως Φωτάκος, περιγράφει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες το πώς η πείνα οδήγησε τους πολιορκημένους Τούρκους στην ανθρωποφαγία, μετατρέποντας την πανέμορφη πόλη σε ένα σκηνικό ζωντανού εφιάλτη.
Όταν οι Έλληνες, μετά τη νίκη στα Δερβενάκια, πάτησαν το Παλαμήδι και ανάγκασαν τη φρουρά του Ναυπλίου να παραδοθεί, βρέθηκαν μπροστά σε ένα θέαμα που ξεπερνούσε κάθε φαντασία. Ο Φωτάκος χωρίζει τους Τούρκους της πόλης σε τρεις τάξεις. Η πρώτη περιλάμβανε τους «αναίσθητους», ανθρώπους που έρπονταν στις ακαθαρσίες σκάβοντας για σκουλήκια, τα οποία έτρωγαν με μανία. Η δεύτερη τάξη ήταν ακόμη πιο εξαθλιωμένη: άνθρωποι που δεν είχαν πλέον τη δύναμη να σταθούν όρθιοι και τρέφονταν από τα πτώματα των νεκρών συμπατριωτών τους. Ακόμη και οι φαινομενικά υγιείς της τρίτης τάξης, σύμφωνα με τον ιστορικό, διατηρούσαν τη δύναμή τους καταναλώνοντας ανθρώπινο κρέας, καθώς στην πόλη δεν είχε απομείνει κανένα ζώο, ούτε καν γάτες ή πουλιά.
Οι μαρτυρίες του Φωτάκου ως αυτόπτη μάρτυρα είναι αποκαλυπτικές. Περιγράφει ένα περιστατικό κοντά στη «Βρύση του Άη Σπυρίδωνα», όπου την πρώτη ημέρα είδε έναν νεκρό σκεπασμένο με πάπλωμα. Τη δεύτερη ημέρα, το σώμα του νεκρού έλειπε από τη μέση και πάνω, ενώ γύρω του υπήρχαν κομμάτια κρέατος που έμοιαζαν με αυτά των κρεοπωλείων. Την τρίτη ημέρα, το πτώμα είχε εξαφανιστεί τελείως. Η φρίκη δεν περιοριζόταν μόνο στους νεκρούς· οι Έλληνες γνώριζαν ότι οι πολιορκημένοι είχαν δολοφονήσει ακόμη και έναν Έλληνα αιχμάλωτο στην τοποθεσία «Χαλάσματα του Σάλα» με σκοπό να τον φάνε, γεγονός που ανάγκασε τους στρατιώτες του Κολοκοτρώνη να κυκλοφορούν πάντα σε ομάδες για να μην «χαθεί» κανείς.
Ιδιαίτερα σκληρή ήταν η δράση μιας ομάδας 150 Τουρκαλβανών μισθοφόρων, οι οποίοι, όντας ξένοι στην πόλη και χωρίς οικογένειες, είχαν κάνει συμφωνία να αλληλοϋποστηρίζονται και να επιδίδονται συστηματικά στην ανθρωποφαγία. Ο Φωτάκος περιγράφει μια στιγμή απόλυτου σοκ, όταν είδε μέλη αυτής της ομάδας να ξεθάβουν έναν νεκρό και να τρώνε τα μυαλά του. Το θέαμα ήταν τόσο αποτρόπαιο που ο στρατιωτικός αρχίατρος Αγαμέμνων Αυγερινός αναγκάστηκε να λάβει δραστικά μέτρα.
Για να σταματήσει αυτή η απάνθρωπη κατάσταση, οι Έλληνες έστειλαν τελάληδες σε όλη την πόλη, προειδοποιώντας ότι η συνθήκη παράδοσης θα έπαυε να ισχύει και οι παραβάτες θα εκτελούνταν επί τόπου. Οι Τούρκοι πρόκριτοι, συγκλονισμένοι και οι ίδιοι από την έκταση του φαινομένου, συγκεντρώθηκαν στην πλατεία του Πλατάνου και υποσχέθηκαν να πειθαρχήσουν, ορίζοντας δικές τους περιπολίες για να συλλαμβάνουν όσους συνέχιζαν την ανθρωποφαγία. Η ιστορία αυτή παραμένει μια από τις πιο σκοτεινές υπενθυμίσεις του πόσο χαμηλά μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη ύπαρξη κάτω από την πίεση του πολέμου και της απόλυτης ανέχειας.