Η Αθήνα που αντικρίζουμε σήμερα, με το χάος και τη δαιδαλώδη ρυμοτομία της, ξεκίνησε την πορεία της ως νεοσύστατη πρωτεύουσα πάνω σε σωρούς από πέτρες. Η παλαιότερη σωζόμενη φωτογραφία της Ακρόπολης, μια δαγκεροτυπία του 1842 από τον Joseph-Philibert Girault de Prangey, αποτυπώνει την εικόνα που αντίκρισαν οι ήρωες της Επανάστασης: μια πόλη σχεδόν ανύπαρκτη. Μετά την αποχώρηση της τουρκικής φρουράς το 1833, η Αθήνα μετρούσε μόλις 300 όρθια σπίτια, έχοντας ισοπεδωθεί από την ενδεκάμηνη πολιορκία του Κιουταχή.
Σε αυτό το αποκαρδιωτικό τοπίο, οι αρχιτέκτονες Σταμάτης Κλεάνθης και Eduard Schaubert, μαθητές του σπουδαίου Schinkel, κλήθηκαν να σχεδιάσουν από το μηδέν μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Το όραμά τους, που εγκρίθηκε το 1833, ήταν μεγαλειώδες: ένα ισοσκελές τρίγωνο με κορυφή την Ομόνοια, σκέλη την Πειραιώς και τη Σταδίου, και βάση την Ερμού. Ολόκληρη η πόλη σχεδιάστηκε σαν μια «ανοιχτή αγκαλιά» προς την Ακρόπολη, ενώ τα Ανάκτορα προβλέπονταν στην Ομόνοια, ώστε ο βασιλιάς να βλέπει ταυτόχρονα τον Πειραιά, τον Λυκαβηττό και τον Παρθενώνα.
Η σύγκρουση με την πραγματικότητα και η παρέμβαση Κλέντσε
Παρά την αρχιτεκτονική του αρτιότητα, το σχέδιο Κλεάνθη-Σάουμπερτ προσέκρουσε στις έντονες διαμαρτυρίες των ιδιοκτητών γης. Οι εκτεταμένες απαλλοτριώσεις για πάρκα, λεωφόρους και αρχαιολογικές ανασκαφές προκάλεσαν κοινωνική αναταραχή, αναγκάζοντας την Αντιβασιλεία να αναστείλει την εφαρμογή του. Τότε κλήθηκε ο Βαυαρός Leo von Klenze, ο οποίος το 1834 προχώρησε σε μια «ρεαλιστικότερη» αναθεώρηση:
- Περιορισμός του πλάτους των δρόμων και των πλατειών.
- Μεταφορά των Ανακτόρων από την Ομόνοια στα υψώματα του Κεραμεικού (αν και τελικά κατέληξαν στο σημερινό Σύνταγμα).
- Διάσωση μέρους της Παλαιάς Πόλης, αντί της πλήρους κατεδάφισής της.
Οι τροποποιήσεις αυτές, αν και αναγκαίες για την οικονομική επιβίωση του κράτους, στέρησαν από την Αθήνα τις μεγάλες λεωφόρους και τους ανοιχτούς χώρους που προέβλεπε το αρχικό σχέδιο, θέτοντας τις βάσεις για τη μετέπειτα στενότητα του κέντρου.
Μια πρωτεύουσα... στην ερημιά
Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, περιοχές που σήμερα σφύζουν από ζωή θεωρούνταν «εξοχή» ή «άκρη της πόλης». Το 1841, ο διάσημος παραμυθάς Hans Christian Andersen εντυπωσιάστηκε από το σπίτι του Αυστριακού Πρέσβη στην οδό Φειδίου, περιγράφοντάς το ως απομονωμένο σε μια «πλατιά ερημιά». Η πλατεία Ομονοίας παρέμεινε εντελώς άχτιστη μέχρι το 1855, ενώ το πρώτο θέατρο της πόλης (στη σημερινή οδό Θεάτρου) περιγραφόταν ως οίκημα «έξω από την πόλη, στη γυμνή πεδιάδα».
Ακόμη και το 1880, η Μονή Πετράκη στο Κολωνάκι λειτουργούσε ως εξοχικό μοναστήρι, η Λεωφόρος Αλεξάνδρας ήταν μια ακατοίκητη ρεματιά και η Κυψέλη φιλοξενούσε ελάχιστες αγροικίες για τις εκδρομές των Αθηναίων. Ο πληθυσμός της πόλης άργησε να ακολουθήσει τις προσδοκίες των αρχιτεκτόνων: οι 40.000 κάτοικοι που προβλέπονταν για το 1833 συμπληρώθηκαν μόλις τη δεκαετία του 1860, ενώ το ορόσημο των 100.000 ξεπεράστηκε μετά το 1880, μετατρέποντας σταδιακά την Αθήνα στη μεγαλούπολη που γνωρίζουμε στις αρχές του 20ού αιώνα.