Στις πιο σκοτεινές σελίδες της ανθρώπινης ιστορίας, όπως η Σφαγή του Νανκίνγκ το 1937, σπάνια περιμένει κανείς να βρει έναν ήρωα στο πρόσωπο ενός αφοσιωμένου μέλους του Ναζιστικού Κόμματος. Ο Τζον Ράμπε, ένας Γερμανός επιχειρηματίας που ζούσε στην Κίνα για δεκαετίες, έγινε η μοναδική ελπίδα για εκατοντάδες χιλιάδες αμάχους όταν τα ιαπωνικά στρατεύματα εισέβαλαν στην πόλη. Παρά την ιδεολογική του ταύτιση με τον Χίτλερ, ο Ράμπε αρνήθηκε να εγκαταλείψει τους Κινέζους υπαλλήλους του και την πόλη που θεωρούσε σπίτι του, επιλέγοντας να χρησιμοποιήσει την ιδιότητά του ως συμμάχου των Ιαπώνων για να σώσει ζωές.
Η δημιουργία της «Διεθνούς Ζώνης Ασφαλείας» ήταν το κρισιμότερο επίτευγμα του Ράμπε και άλλων μελών της διεθνούς κοινότητας στο Νανκίνγκ. Σε μια περιοχή που περιλάμβανε πανεπιστήμια και πρεσβείες, ο Ράμπε εξελέγη αρχηγός της επιτροπής, καθώς όλοι πίστευαν ότι το περιβραχιόνιο με τη σβάστικα θα λειτουργούσε ως ασπίδα απέναντι στην ιαπωνική θηριωδία. Ο ίδιος μετέτρεψε το σπίτι του σε κέντρο προσφύγων, φιλοξενώντας εκατοντάδες ανθρώπους στον κήπο του, ενώ άπλωσε μια τεράστια ναζιστική σημαία για να αποτρέψει τους βομβαρδισμούς από αέρος. Οι προσπάθειές του ήταν υπεράνθρωπες, προσφέροντας ακόμα και τα προσωπικά του αποθέματα ινσουλίνης σε όσους είχαν ανάγκη.
Κατά τη διάρκεια των έξι εβδομάδων της κατοχής, ο Ράμπε έγινε μάρτυρας ανείπωτων φρικαλεοτήτων, από μαζικές εκτελέσεις έως βάναυσους βιασμούς. Πολλές φορές παρενέβη προσωπικά για να σταματήσει επιθέσεις Ιαπώνων στρατιωτών, χρησιμοποιώντας τη φωνή και το κύρος του για να τους εκδιώξει. Παράλληλα, έστελνε απεγνωσμένα τηλεγραφήματα στον ίδιο τον Αδόλφο Χίτλερ, ζητώντας του να παρέμβει και να συγκρατήσει τους Ιάπωνες συμμάχους τους. Αν και ο Χίτλερ δεν απάντησε ποτέ, ο Ράμπε κατάφερε να προστατεύσει περίπου 250.000 ανθρώπους μέσα στη Ζώνη Ασφαλείας, κερδίζοντας τον τίτλο του «Βούδα του Νανκίνγκ».
Η επιστροφή του στη Γερμανία το 1938 δεν συνοδεύτηκε από τιμές. Αντιθέτως, η Γκεστάπο τον συνέλαβε και του απαγόρευσε να μιλά δημόσια για τα όσα είδε, καθώς το Βερολίνο δεν ήθελε να δυσαρεστήσει την Ιαπωνία. Ο Ράμπε πέθανε φτωχός και ξεχασμένος στην πατρίδα του το 1950, όμως οι κάτοικοι του Νανκίνγκ δεν τον ξέχασαν ποτέ, στέλνοντάς του τρόφιμα και χρήματα στα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια. Σήμερα, το σπίτι του είναι μουσείο και η ιστορία του παραμένει μια παράξενη αλλά ισχυρή υπενθύμιση ότι η ανθρωπιά μπορεί να ανθίσει ακόμα και κάτω από το πιο σκοτεινό σύμβολο, όταν κάποιος επιλέγει να κάνει το σωστό την κρίσιμη στιγμή.