Τον Σεπτέμβριο του 1945, ανάμεσα στους εκατό περίπου Έλληνες ομήρους πολέμου που επέστρεψαν στην πατρίδα, βρισκόταν ένας μεσήλικας με γυαλιά οράσεως που δήλωνε το όνομα Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου στο αεροδρόμιο της Ελευσίνας, οι αρχές υποψιάστηκαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με την ταυτότητά του. Η αλήθεια αποκαλύφθηκε με τον πιο αναπάντεχο τρόπο, όταν ένας χωρικός αναγνώρισε στη φωτογραφία του τον διαβόητο Φρίντριχ Σούμπερτ, τον Γερμανό αξιωματικό που είχε σκορπίσει τον θάνατο και τη φρίκη στην Κρήτη και τη Μακεδονία κατά τη διάρκεια της Κατοχής.
Παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του και την προσπάθειά του να πείσει ότι πρόκειται για παρεξήγηση, ο Σούμπερτ συνελήφθη και οδηγήθηκε στις φυλακές Αβέρωφ. Η δίκη του, που ξεκίνησε τον Ιούλιο του 1947 από το Ειδικό Στρατοδικείο Εγκληματιών Πολέμου στην Αθήνα, αποτέλεσε μια από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της μεταπολεμικής Ελλάδας. Οι μαρτυρίες που ακούστηκαν ήταν τόσο αποτρόπαιες, που ένας από τους επιζώντες δήλωσε χαρακτηριστικά πως «αν υπήρχαν άλλοι δέκα σαν αυτόν, δεν θα υπήρχε σήμερα Ελλάδα».
Το «Σώμα Κυνηγών» και η Προδοσία των Σουμπεριτών
Ο Φρίντριχ Σούμπερτ είχε μια σκοτεινή πορεία που ξεκίνησε από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Σμύρνη, όπου έμαθε άπταιστα τουρκικά, κερδίζοντας αργότερα το προσωνύμιο «Τούρκος». Στην Ελλάδα έφτασε το 1941 και σύντομα οργάνωσε το περιβόητο «Σώμα Κυνηγών» στην Κρήτη. Το σώμα αυτό δεν αποτελούνταν μόνο από Γερμανούς, αλλά κυρίως από Έλληνες προδότες και ποινικούς κρατούμενους που φόρεσαν τη ναζιστική στολή. Οι «Σουμπερίτες», όπως έμειναν στην ιστορία, έγιναν συνώνυμο της κτηνωδίας, διαπράττοντας εγκλήματα που ξεπερνούσαν κάθε φαντασία, με εκτελέσεις αμάχων, βασανιστήρια και εμπρησμούς χωριών.
Η δράση του Σούμπερτ δεν περιορίστηκε στην Κρήτη. Όταν το καλοκαίρι του 1944 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το νησί λόγω των χτυπημάτων της Αντίστασης, κατέφυγε στη Μακεδονία, όπου ανασύνταξε την ομάδα του. Εκεί διέπραξε ένα από τα ειδεχθέστερα εγκλήματα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα: τη Σφαγή του Χορτιάτη. Με πρόσχημα τον θάνατο ενός Γερμανού στρατιώτη, οι άνδρες του Σούμπερτ συγκέντρωσαν γυναίκες και παιδιά σε δύο κτίρια και τους έκαψαν ζωντανούς, αφήνοντας πίσω τους 149 θύματα και μια στάχτη που δεν ξεχάστηκε ποτέ.
Η Καταδίκη και το Τέλος ενός Εγκληματία Πολέμου
Η δίκη στην Αθήνα αποκάλυψε το πλήρες μέγεθος των φρικαλεοτήτων του Σούμπερτ σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια. Στις 22 Οκτωβρίου 1947, το δικαστήριο εξέδωσε την ετυμηγορία του, καταδικάζοντάς τον στην ποινή του θανάτου. Η εκτέλεσή του ακολούθησε λίγο αργότερα, με τον ίδιο να παραμένει ατάραχος μέχρι την τελευταία στιγμή, παρά το γεγονός ότι απέναντί του βρισκόταν ένας λαός που ζητούσε δικαίωση για τις εκατοντάδες χαμένες ζωές.
Μια συγκλονιστική λεπτομέρεια που ήρθε στο φως αργότερα αφορούσε έναν πρώην αξιωματικό του ελληνικού στρατού, ο οποίος ζήτησε επίμονα από τις αρχές να του επιτραπεί να εκτελέσει ο ίδιος τον Σούμπερτ ή έστω να δώσει τη χαριστική βολή. Όπως αποκαλύφθηκε, ο άνθρωπος αυτός ήταν πατέρας ενός εκ των 16 ανδρών που ο Σούμπερτ είχε εκτελέσει προσωπικά στο Ασβεστοχώρι Θεσσαλονίκης. Παρά την άρνηση των αρχών, η εκτέλεση του Σούμπερτ σφράγισε το τέλος ενός από τους πιο μισητούς εγκληματίες πολέμου που πάτησαν ποτέ το πόδι τους σε ελληνικό έδαφος.