Τον χειμώνα του 1960, η πόλη της Βέροιας έγινε το σκηνικό μιας από τις πιο ανατριχιαστικές ιστορίες στην ελληνική εγκληματική ιστορία. Σε ένα σπίτι όπου η υγρασία του κάμπου τύλιγε τα σοκάκια σαν σάβανο, ένα μίσος που σιγόβραζε για ενάμιση χρόνο ανάμεσα σε μια πεθερά και τη νύφη της οδήγησε σε μια τραγωδία δίχως προηγούμενο. Η συμβίωση της 75χρονης πεθεράς με την 35χρονη νύφη της ήταν κάθε άλλο παρά αρμονική, με τη νύφη να νιώθει ότι η ηλικιωμένη γυναίκα την έπνιγε με τις γκρίνιες και την ανάμειξή της στο νοικοκυριό, περιορίζοντάς την τελικά σε ένα μόνο δωμάτιο.
Η κορύφωση του δράματος ήρθε την παραμονή των Χριστουγέννων του 1960. Ενώ η πόλη προετοιμαζόταν για τις γιορτές, η 35χρονη γυναίκα, σε μια στιγμή απόλυτης απώλειας ελέγχου, στραγγάλισε την πεθερά της μέσα στην κουζίνα του σπιτιού τους. Η ψυχραιμία που επέδειξε στη συνέχεια ήταν σοκαριστική, καθώς έσυρε το άψυχο σώμα στην αποθήκη με τα καυσόξυλα και το κάλυψε με ξύλα και παλιά ρούχα. Για τις επόμενες 22 ημέρες, η δράστις ζούσε κανονικά στο σπίτι με τον σύζυγό της, μαγειρεύοντας και κοιμώμενη λίγα μέτρα μακριά από τη νεκρή γυναίκα, αποδίδοντας την έντονη δυσοσμία σε ποντίκια που υποτίθεται ότι είχαν ψοφήσει στην αποθήκη.
Το μυστικό αποκαλύφθηκε στις 15 Ιανουαρίου 1961, όταν η επιμονή μιας γειτόνισσας και οι έρευνες της αστυνομίας οδήγησαν στην αποθήκη. Η εικόνα του πτώματος σε προχωρημένη αποσύνθεση κάτω από τα ξύλα προκάλεσε φρίκη, ενώ η ομολογία της νύφης ήταν κυνική και στερούμενη μεταμέλειας. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης αποκαλύφθηκε μάλιστα ότι η γυναίκα είχε αφαιρέσει τη ζωή και από ένα δικό της εξώγαμο παιδί χρόνια πριν, χρησιμοποιώντας την ίδια μέθοδο.
Στη δίκη που ακολούθησε τον Μάιο του 1961, η 35χρονη καταδικάστηκε σε δεκαετή κάθειρξη, καθώς οι ένορκοι της αναγνώρισαν το ελαφρυντικό του βρασμού ψυχικής ορμής. Η υπόθεση αυτή έμεινε χαραγμένη στη μνήμη της ελληνικής κοινωνίας όχι τόσο για την ποινή, όσο για την αδιανόητη συνύπαρξη της δράστιδος με το θύμα της για τρεις ολόκληρες εβδομάδες. Ακόμη και σήμερα, η ιστορία της "νύφης της Βέροιας" παραμένει μια σκοτεινή υπενθύμιση του πώς το μίσος πίσω από κλειστές πόρτες μπορεί να μετατρέψει έναν άνθρωπο σε έναν ψυχρό δολοφόνο.