Η υπόθεση της δολοφονίας του Μανούσου Ριτζάκη, που έλαβε χώρα τον Ιούλιο του 2017 στον Γέρακα, αποτελεί μια από τις πιο συγκλονιστικές περιπτώσεις αυτοδικίας στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Ο 59χρονος Ριτζάκης, ένας άνθρωπος χωρίς ποινικό παρελθόν και ενεργό μέλος της τοπικής κοινωνίας, εκτελέστηκε εν ψυχρώ μέσα στο αυτοκίνητό του, λίγα λεπτά αφού είχε βγει από ένα σούπερ μάρκετ. Ο δράστης τον πυροβόλησε τέσσερις φορές από κοντινή απόσταση και διέφυγε πεζός, επιδεικνύοντας μια παροιμιώδη ψυχραιμία που άφησε άναυδες τις αρχές.
Η έρευνα της αστυνομίας στράφηκε γρήγορα στο οικογενειακό περιβάλλον του θύματος, αποκαλύπτοντας ένα σκοτεινό παρελθόν που συνέδεε δύο οικογένειες με έναν κύκλο αίματος. Ο γιος του Μανούσου Ριτζάκη, Ιωσήφ, βρισκόταν ήδη στη φυλακή κατηγορούμενος για τη δολοφονία του 20χρονου φοιτητή Θοδωρή Γαλαζούλα, η οποία είχε συμβεί έναν χρόνο νωρίτερα στην Πεντέλη. Η σύνδεση αυτή οδήγησε τις αρχές στο συμπέρασμα ότι το κίνητρο της δολοφονίας του 59χρονου δεν ήταν άλλο από την εκδίκηση, μια "βεντέτα" που στόχευε στον πατέρα ως τιμωρία για τις πράξεις του γιου.
Ο δράστης της δολοφονίας στον Γέρακα ταυτοποιήθηκε ως ο Παναγιώτης Γαλαζούλας, πατέρας του δολοφονημένου φοιτητή. Μέσω βιντεοληπτικού υλικού και ανάλυσης τηλεπικοινωνιών, αποδείχθηκε ότι ο Γαλαζούλας παρακολουθούσε επί μέρες το θύμα του, σχεδιάζοντας με ακρίβεια την εκτέλεση. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, ο ίδιος δεν εξέφρασε καμία μεταμέλεια, δηλώνοντας μάλιστα πως "του άξιζε αυτό που έπαθε" και επιρρίπτοντας την ευθύνη για την καταστροφή δύο σπιτιών στον Ιωσήφ Ριτζάκη, τον οποίο απείλησε πως θα "έπινε το αίμα" αν τον συναντούσε ποτέ στη φυλακή.
Η δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης ήταν εξίσου έντονη, με επεισόδια να σημειώνονται μέσα στις δικαστικές αίθουσες ανάμεσα στις δύο οικογένειες. Παρά τις προσπάθειες της υπεράσπισης να παρουσιάσει τον κατηγορούμενο ως άτομο με μειωμένο καταλογισμό λόγω της ψυχολογικής κατάρρευσης από τον θάνατο του γιου του, το δικαστήριο έκρινε τον Παναγιώτη Γαλαζούλα ομόφωνα ένοχο. Η ποινή της ισόβιας κάθειρξης που του επιβλήθηκε έκλεισε έναν κύκλο αίματος που ξεκίνησε από διαφορές για ναρκωτικά και κατέληξε στην πλήρη αποσύνθεση δύο οικογενειών, αφήνοντας πίσω της μόνο πόνο και ανεπούλωτες πληγές.