Η καθημερινότητα των Ελλήνων κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν ένας διαρκής αγώνας επιβίωσης, σημαδεμένος από την ακραία οικονομική εκμετάλλευση και την κοινωνική υποτίμηση. Ιδιαίτερα για τους ακτήμονες γεωργούς, η εργασία στα χωράφια των αφεντάδων δεν εξασφάλιζε ούτε τα προς το ζην. Η διανομή της σοδειάς ακολουθούσε μια ληστρική λογική: αν, για παράδειγμα, ένας αγρότης παρήγαγε 9 μονάδες καρπού, οι 6 πήγαιναν απευθείας στον ιδιοκτήτη. Από τις 3 που απέμεναν, ο επιστάτης άρπαζε τη μία, ενώ ο ιδιοκτήτης κρατούσε άλλη μία ως αντίτιμο για τον σπόρο. Στο τέλος, ο γεωργός έμενε με λιγότερο από το 1/4 της παραγωγής του, αναγκάζοντας την οικογένειά του να τρέφεται με άγρια λάχανα και κριθαρένιο ψωμί, δοκιμάζοντας κρέας ελάχιστες φορές τον χρόνο.
Η οικονομική πίεση ήταν τόσο ασφυκτική που συχνά οδηγούσε σε απάνθρωπα διλήμματα. Χαρακτηριστική είναι η ιστορία μιας χήρας με πέντε παιδιά, η οποία ζήτησε μείωση φόρων από τον τοπικό προύχοντα, εξηγώντας πως δεν είχε πλέον τίποτα πολύτιμο να πουλήσει. Η απάντηση του προύχοντα υπήρξε παροιμιώδης για τον κυνισμό της εποχής: τη συμβούλευσε να πουλήσει δύο από τα παιδιά της στο δουλεμπόριο για να καλύψει τις οφειλές της προς το κράτος. Αυτή η σκληρή πραγματικότητα αποτυπωνόταν καθημερινά στα «μπεζεστένια», τα παζάρια σκλάβων, όπου οι άνθρωποι αντιμετωπίζονταν ως εμπορεύματα.
Στο παζάρι των σκλάβων της Κωνσταντινούπολης, η διαδικασία πώλησης ήταν μια εξευτελιστική εμπειρία. Οι άνδρες στέκονταν σχεδόν γυμνοί και οι γυναίκες κουκουλωμένες, μέχρι ο υποψήφιος αγοραστής να αποφασίσει να τις γυμνώσει για να ελέγξει την «ποιότητα» του εμπορεύματος. Η τιμή μιας όμορφης σκλάβας ξεκινούσε από 100 ασημένια τάλιρα (πατακούς), αλλά μπορούσε να εκτοξευθεί στα 2.000 τάλιρα αν διέθετε δεξιότητες όπως το κέντημα, ο χορός ή η μουσική. Οι δουλέμποροι φρόντιζαν να εκπαιδεύουν τις σκλάβες σε αυτές τις τέχνες για να αυξήσουν το κέρδος τους, ενώ οι πιο «εκλεκτές» περιπτώσεις δεν εκτίθεντο καν στο παζάρι, αλλά πωλούνταν ιδιωτικά σε πλούσιους αξιωματούχους.
Πέρα από την οικονομική εξαθλίωση και το δουλεμπόριο, ο τρόπος επιβολής της εξουσίας περιλάμβανε και αποτρόπαιες μεθόδους εκτέλεσης που στόχευαν στον εκφοβισμό των πιστών. Η πιο φρικτή από αυτές ήταν ο διαμελισμός, γνωστός και ως διχοτόμηση ή τετραχισμός. Αυτή η ποινή επιβαλλόταν συνήθως σε κατασκόπους, αιχμαλώτους πολέμου ή όσους απαρνούνταν το Ισλάμ. Οι εκτελέσεις αυτές είχαν πανηγυρικό χαρακτήρα και γίνονταν δημόσια, με τα μέλη των θυμάτων να εκτίθενται σε κοινή θέα.
Ένα από τα πιο μελανά σημεία αυτής της πρακτικής καταγράφηκε στα τέλη του 15ου αιώνα, μετά την ήττα των Βενετών στην Πελοπόννησο. Οι Οθωμανοί συνέλαβαν 500 αιχμαλώτους και τους μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη, όπου εκτελέστηκαν όλοι με τη μέθοδο της διχοτόμησης. Τέτοια γεγονότα υπενθύμιζαν στους υπόδουλους λαούς ότι η ζωή τους βρισκόταν διαρκώς υπό την αίρεση μιας εξουσίας που δεν δίσταζε να χρησιμοποιήσει την πιο ακραία βία για να διατηρήσει τον έλεγχο και να επιβάλει την τάξη.