Στις 27 Απριλίου 2013, η ηλιόλουστη πόλη Αλμόντε στη νότια Ισπανία έγινε το σκηνικό μιας από τις πιο άγριες δολοφονίες που συγκλόνισαν την Ευρώπη. Ο 39χρονος Μιγκέλ Άνχελ και η 8χρονη κόρη του, Μαρία, βρέθηκαν σφαγιασμένοι μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Ο πατέρας δέχτηκε 47 μαχαιριές, ενώ το μικρό κορίτσι, σε μια απίστευτη πράξη γενναιότητας, προσπάθησε να τον υπερασπιστεί κρατώντας ένα μικρό μαχαίρι κουζίνας, για να καταλήξει με 104 πλήγματα στο άψυχο σώμα της. Το πιο ανατριχιαστικό στοιχείο ήταν η ψυχραιμία του δράστη: μετά το μακελειό, πλύθηκε σχολαστικά στο μπάνιο, σκουπίστηκε με καθαρές πετσέτες και κάλυψε το κορμί της μικρής με μια κουβέρτα πριν εξαφανιστεί στην ήσυχη νύχτα.
Η αστυνομική έρευνα στράφηκε γρήγορα στο περιβάλλον των θυμάτων, επικεντρώνοντας στον Φρανσίσκο Χαβιέρ Μεντίνα, εραστή της πρώην συζύγου του Μιγκέλ. Ο Μεντίνα, κυριευμένος από παθολογική ζήλια, φαινόταν να έχει το ιδανικό κίνητρο. Παρά το γεγονός ότι ισχυριζόταν πως βρισκόταν στη δουλειά, οι κάμερες ασφαλείας του σούπερ μάρκετ όπου εργαζόταν τον κατέγραψαν να εξαφανίζεται για μια κρίσιμη ώρα, η οποία συνέπιπτε απόλυτα με τον χρόνο του εγκλήματος. Επιπλέον, στο σπίτι του βρέθηκαν παπούτσια μεγαλύτερου μεγέθους που ταίριαζαν με τα ματωμένα αποτυπώματα στον τόπο του εγκλήματος, υποδηλώνοντας μια προσπάθεια παραπλάνησης των αρχών.
Το στοιχείο που θεωρήθηκε «καταπελτης» ήταν το DNA του Μεντίνα που βρέθηκε στις πετσέτες με τις οποίες σκουπίστηκε ο δολοφόνος. Ωστόσο, η δίκη πήρε μια απρόσμενη τροπή. Η υπεράσπιση παρουσίασε τη θεωρία της «έμμεσης μεταφοράς», ισχυριζόμενη ότι το γενετικό υλικό βρέθηκε εκεί επειδή η μητέρα της Μαρίας έπλενε τα ρούχα του εραστή της μαζί με τις πετσέτες του σπιτιού. Η αμφιβολία που φυτεύτηκε στους ενόρκους, σε συνδυασμό με την έλλειψη τρίχας ή άλλων ορατών ιχνών παρά την έντονη τριχοφυΐα του κατηγορουμένου, οδήγησε στην ομόφωνη αθώωσή του.
Η απόφαση αυτή πάγωσε την ισπανική κοινωνία και βύθισε την οικογένεια των θυμάτων στην απόγνωση. Παρά τις εφέσεις και την ανακάλυψη ενός μαχαιριού σε υπόνομο χρόνια αργότερα το οποίο τελικά δεν συνδέθηκε με την υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την αθώωση. Σήμερα, το διαμέρισμα στο Αλμόντε παραμένει κλειστό και σκοτεινό, μια βουβή υπενθύμιση μιας δικαιοσύνης που απέτυχε. Ο δολοφόνος που κατάφερε να διαγράψει τα ίχνη του και να νικήσει το σύστημα παραμένει ελεύθερος, αποδεικνύοντας ότι μερικές φορές το «τέλειο έγκλημα» δεν είναι αυτό που δεν αφήνει στοιχεία, αλλά αυτό που καταφέρνει να τα κάνει να σωπάσουν.