Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 αποτελεί ένα από τα πιο καθοριστικά γεγονότα της ευρωπαϊκής ιστορίας του 19ου αιώνα, καθώς οδήγησε στη δημιουργία του πρώτου ανεξάρτητου εθνικού κράτους που αποσχίστηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο αγώνας ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 1821 και διήρκεσε σχεδόν εννέα χρόνια, ολοκληρώνοντας τον κύκλο του με τη μάχη στην Πέτρα της Βοιωτίας το 1829. Τα πρώτα δύο χρόνια, το 1821 και το 1822, χαρακτηρίστηκαν από σημαντικές ελληνικές επιτυχίες, όπως η άλωση της Τρίπολης και η περιφανής νίκη στα Δερβενάκια υπό τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Αυτές οι νίκες έδωσαν τεράστια αυτοπεποίθηση στους επαναστατημένους Έλληνες, οι οποίοι παράλληλα άρχισαν να οργανώνονται πολιτικά, ψηφίζοντας συντάγματα και δημιουργώντας διοικητικά όργανα ευρωπαϊκού επιπέδου.
Ωστόσο, η εντυπωσιακή στρατιωτική πρόοδος σκιάστηκε γρήγορα από εσωτερικές αντιπαραθέσεις. Η σύγκρουση μεταξύ των «πολιτικών» και των «στρατιωτικών» για τον έλεγχο της επανάστασης άρχισε να εντείνεται το 1823. Ο Κολοκοτρώνης, έχοντας αποκτήσει τεράστιο κύρος μετά τα Δερβενάκια, επιδίωξε να παρέμβει ενεργά στην πολιτική σκηνή, δημιουργώντας τη δική του «φατρία» και ερχόμενος σε ρήξη με την κεντρική διοίκηση. Η ένταση αυτή οδήγησε σε έναν καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο το 1824, ο οποίος εκδηλώθηκε σε δύο γύρους. Στον πρώτο γύρο η Πελοπόννησος διχάστηκε εσωτερικά, ενώ στον δεύτερο ολόκληρη η Πελοπόννησος βρέθηκε αντιμέτωπη με τις δυνάμεις της Στερεάς Ελλάδας και των νησιών. Η επικράτηση της επίσημης κυβέρνησης οδήγησε στη φυλάκιση του Κολοκοτρώνη και άλλων οπλαρχηγών στην Ύδρα, αφήνοντας την επανάσταση εξαιρετικά αποδυναμωμένη.
Παράλληλα με τις εσωτερικές έριδες, το διεθνές σκηνικό άρχισε να μεταβάλλεται υπέρ των Ελλήνων. Το 1823, η Μεγάλη Βρετανία, υπό την ηγεσία του Τζορτζ Κάνινγκ, άρχισε να αλλάζει τη στάση της, αναγνωρίζοντας εμμέσως τη νομική υπόσταση του ελληνικού αγώνα. Η στροφή αυτή παρέσυρε τη Γαλλία και τη Ρωσία, οι οποίες δεν ήθελαν να αφήσουν την Αγγλία να κυριαρχήσει μόνη της στην ανατολική Μεσόγειο. Παρόλο που η διπλωματία άνοιγε νέους δρόμους, η χρονική στιγμή ήταν κρίσιμη: ενώ οι Έλληνες αναλώνονταν στον εμφύλιο, ο Σουλτάνος ζήτησε τη βοήθεια του Μωάμεθ Άλη της Αιγύπτου, ο οποίος έστειλε τον γιο του, Ιμπραήμ Πασά, με έναν άρτια εκπαιδευμένο τακτικό στρατό.
Η άφιξη του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο τον Φεβρουάριο του 1825 βρήκε τους Έλληνες απροετοίμαστους και εξουθενωμένους από τις εμφύλιες συγκρούσεις. Ο κίνδυνος για την ολική κατάρρευση της επανάστασης ήταν πλέον ορατός, καθώς ο τακτικός αιγυπτιακός στρατός άρχισε να σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά του. Η τραγική ειρωνεία είναι ότι η επανάσταση κινδύνεψε να σβήσει τη στιγμή που η διεθνής αναγνώριση πλησίαζε. Η ιστορία αυτή αποτελεί ένα διαρκές μάθημα για το πώς η εσωτερική διχόνοια μπορεί να ακυρώσει ακόμη και τους πιο ένδοξους αγώνες, φέρνοντας ένα έθνος στο χείλος της καταστροφής την ώρα της μεγαλύτερης ανάγκης του.