Η ιστορία του σύγχρονου Ιράν είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το πρόσωπο του Ρουχολάχ Χομεϊνί, του ανθρώπου που ηγήθηκε της Ισλαμικής Επανάστασης του 1979 και μετέτρεψε τη χώρα από μια φιλοδυτική μοναρχία σε μια από τις πιο κλειστές και καταπιεστικές θεοκρατίες του κόσμου. Ο Χομεϊνί, ένας ιερωμένος με αυστηρή ερμηνεία του ισλαμικού νόμου, κατάφερε να συσπειρώσει τον λαό ενάντια στο αυταρχικό καθεστώς του Σάχη Ρεζά Παχλαβί, υποσχόμενος δικαιοσύνη και ελευθερία. Ωστόσο, η επικράτησή του σήμανε την επιστροφή σε μεσαιωνικές πρακτικές, όπου η θρησκευτική εξουσία ανέλαβε τον πλήρη έλεγχο κάθε πτυχής της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής, καταπνίγοντας κάθε μορφή διαφωνίας με βίαια μέσα.
Μετά την πτώση του Σάχη, το Ιράν εισήλθε σε μια περίοδο ακραίας καταστολής. Τα επαναστατικά δικαστήρια που συστάθηκαν εξέδιδαν θανατικές ποινές σε ελάχιστα λεπτά, στοχεύοντας πρώην αξιωματούχους, διανοούμενους και οποιονδήποτε θεωρούνταν εχθρός του νέου καθεστώτος. Οι γυναίκες, οι οποίες υπό τον Σάχη απολάμβαναν σημαντικές ελευθερίες για τα δεδομένα της περιοχής, είδαν τα δικαιώματά τους να εξανεμίζονται, καθώς επιβλήθηκαν αυστηροί κώδικες ένδυσης και κοινωνικός διαχωρισμός. Η δημιουργία των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC) εξασφάλισε ότι η ιδεολογική καθαρότητα θα επιβαλλόταν μέσω βασανιστηρίων, εκτελέσεων και δημόσιων απαγχονισμών, μετατρέποντας το Ιράν σε ένα κράτος-παρία για τη διεθνή κοινότητα.
Η διακυβέρνηση του Χομεϊνί σημαδεύτηκε επίσης από τον αιματηρό οκταετή πόλεμο με το Ιράκ, όπου εκατοντάδες χιλιάδες Ιρανοί —ανάμεσά τους και πολλοί έφηβοι— στάλθηκαν στο μέτωπο ως μάρτυρες. Το καθεστώς χρησιμοποίησε τη θρησκευτική πίστη ως όπλο, υποσχόμενο στους νεαρούς στρατιώτες τα κλειδιά του παραδείσου αν θυσιάζονταν για την πατρίδα. Το καλοκαίρι του 1988, καθώς ο πόλεμος πλησίαζε στο τέλος του, ο Χομεϊνί διέταξε τη μαζική εκτέλεση χιλιάδων πολιτικών κρατουμένων, μια πράξη που καταδικάστηκε από διεθνείς οργανισμούς ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του αιώνα.
Παρά τον θάνατο του Χομεϊνί το 1989, το σύστημα που οικοδόμησε συνεχίζει να κυβερνά το Ιράν, αντιμετωπίζοντας ωστόσο αυξανόμενη εσωτερική αμφισβήτηση. Οι πρόσφατες διαδηλώσεις και η βίαιη καταστολή τους από τις δυνάμεις ασφαλείας δείχνουν ότι η δυσαρέσκεια του λαού για τη θεοκρατία παραμένει ζωντανή. Η κληρονομιά του Αγιατολάχ παραμένει μια σκοτεινή υπενθύμιση του πώς η θρησκευτική φανατικότητα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη δημιουργία ενός μηχανισμού απόλυτου ελέγχου, αφήνοντας πίσω της μια χώρα που παλεύει ακόμα να βρει την ισορροπία μεταξύ της παράδοσης και της ανάγκης για σύγχρονες δημοκρατικές ελευθερίες.