Η ιστορία του εγκλήματος στην Ελλάδα έχει καταγράψει υποθέσεις που ξεπερνούν κάθε φαντασία, όμως το μακελειό στην Παλαιά Βίγλα της Άρτας παραμένει μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες της δεκαετίας του '80. Πρωταγωνιστής ήταν ο Παντελής Μπιτζώνης, ένας 50χρονος αγρότης και οικογενειάρχης, ο οποίος μέσα σε μια νύχτα αμόκ μετέτρεψε ένα ήσυχο χωριό σε πεδίο μάχης, αφήνοντας πίσω του έξι νεκρούς συγχωριανούς του. Η δικαιολογία που πρόβαλε αργότερα, αποδίδοντας τα πάντα στο αλκοόλ, παραμένει μέχρι σήμερα μια από τις πιο συζητημένες και ανατριχιαστικές απολογίες στα αστυνομικά χρονικά.
Όλα ξεκίνησαν το απόγευμα της 15ης Μαρτίου 1985, όταν ο Μπιτζώνης, γνωστός για την αδυναμία του στο ούζο, άρχισε να πίνει από νωρίς. Το βράδυ κατέληξε στο καφενείο του χωριού, όπου μια φαινομενικά αθώα κίνηση στάθηκε η αφορμή για την τραγωδία. Ο Σπύρος Τζώρας προσφέρθηκε να τον κεράσει, μια χειρονομία που ο Μπιτζώνης εξέλαβε ως προσβολή λόγω μιας παλιάς οικονομικής διαφωνίας μεταξύ τους. Η λογομαχία που ακολούθησε ήταν έντονη και, παρόλο που οι υπόλοιποι θαμώνες τους χώρισαν, ο 50χρονος αποχώρησε γεμάτος οργή, έχοντας ήδη αποφασίσει να πάρει την εκδίκησή του.
Η Επιστροφή με την Καραμπίνα και το Πρώτο Λουτρό Αίματος
Λίγη ώρα αργότερα, ο Μπιτζώνης επέστρεψε στο καφενείο οπλισμένος με μια επαναληπτική καραμπίνα. Χωρίς να πει λέξη, άρχισε να πυροβολεί αδιακρίτως προς κάθε κατεύθυνση. Πρώτος έπεσε νεκρός ο άνθρωπος που τον κέρασε, ο Σπύρος Τζώρας, και ακολούθησαν ο ιδιοκτήτης του καταστήματος, Ναπολέων Ευστρατίου, καθώς και ο Λευτέρης Μπιτζώνης. Παρά τον τρόμο, ένας νεαρός κατάφερε να του αποσπάσει το όπλο, δίνοντας την ελπίδα ότι το κακό είχε σταματήσει εκεί. Όμως, ο «Σφαγέας της Άρτας» δεν είχε ολοκληρώσει ακόμα το δολοφονικό του έργο.
Σε μια κατάσταση απόλυτου παραλογισμού, ο δράστης γύρισε στο σπίτι του, πήρε ένα δίκαννο και βγήκε ξανά στους δρόμους του χωριού. Εκεί συνάντησε και σκότωσε εν ψυχρώ τον Βασίλη Μπιτζώνη και τη σύζυγό του Παναγιώτα, ενώ λίγο πιο κάτω δολοφόνησε την 52χρονη Αφροδίτη Τζώρα, μητέρα του νεαρού που τον είχε αφοπλίσει νωρίτερα. Το χωριό βυθίστηκε στο χάος, με τις κραυγές των κατοίκων να ανακατεύονται με τον ήχο των πυροβολισμών, μέχρι ο δράστης να τραπεί σε φυγή προς τα γύρω βουνά για να αποφύγει τη σύλληψη.
Η Σύλληψη και η Απολογία του Καταραμένου Ποτού
Μετά από μια ολονύχτια καταδίωξη και πολύωρες διαπραγματεύσεις με την αστυνομία, ο Παντελής Μπιτζώνης παραδόθηκε. Η εικόνα της επόμενης ημέρας στην Παλαιά Βίγλα ήταν αποκαρδιωτική, με έξι οικογένειες να θρηνούν τους ανθρώπους τους. Στην απολογία του, ο δράστης προσπάθησε να αποποιηθεί τις ευθύνες του, ισχυριζόμενος ότι το «καταραμένο ποτό» ήταν εκείνο που θόλωσε το μυαλό του και τον οδήγησε στο έγκλημα, μια δήλωση που εξόργισε την κοινή γνώμη και τους συγγενείς των θυμάτων.
Πέρα από το αλκοόλ, οι μαρτυρίες των συγχωριανών του αποκάλυψαν βαθύτερα κίνητρα, όπως η ζήλια και ο φθόνος για την οικονομική επιτυχία κάποιων εκ των θυμάτων. Ο Μπιτζώνης, πιεζόμενος από οικονομικά προβλήματα, φαίνεται πως διοχέτευσε την απογοήτευσή του σε ένα δολοφονικό ξέσπασμα που δεν άφησε τίποτα όρθιο στο πέρασμά του. Η υπόθεση αυτή παραμένει ένα διαχρονικό παράδειγμα του πώς οι προσωπικές έριδες, όταν αναμειγνύονται με την οπλοκατοχή και την κατάχρηση ουσιών, μπορούν να οδηγήσουν σε ανείπωτες εθνικές τραγωδίες.