Τον Μάιο του 1945, ενώ η Ευρώπη πανηγύριζε το τέλος του πολέμου, εκατομμύρια εθνοτικοί Γερμανοί που ζούσαν εκτός των νέων συνόρων της Γερμανίας ήρθαν αντιμέτωποι με μια πρωτοφανή καταστροφή. Μεταξύ 1944 και 1950, περισσότεροι από 12 εκατομμύρια άμαχοι εκδιώχθηκαν βίαια από τις εστίες τους στην Πολωνία, την Τσεχοσλοβακία, την Ουγγαρία και τη Γιουγκοσλαβία, σε μια από τις μεγαλύτερες αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών στην ανθρώπινη ιστορία. Οι εκτοπισμοί αυτοί δεν ήταν απλώς μια γραφειοκρατική μεταφορά, αλλά μια διαδικασία γεμάτη βία, λιμό και θάνατο, που στοίχισε τη ζωή σε τουλάχιστον μισό εκατομμύριο ανθρώπους, με ορισμένες εκτιμήσεις να ανεβάζουν τον αριθμό των θυμάτων στα δύο εκατομμύρια.
Τα αίτια αυτής της μαζικής εκδίωξης ήταν σύνθετα και βαθιά ριζωμένα στη φρίκη που προκάλεσε η ναζιστική κατοχή στην Ανατολική Ευρώπη. Οι ηγέτες των Συμμάχων, στη Διάσκεψη του Πότσδαμ, συμφώνησαν στη μεταφορά των γερμανικών πληθυσμών, θεωρώντας ότι οι μεικτές εθνότητες αποτελούσαν εστία μελλοντικών συγκρούσεων. Ωστόσο, στην πράξη, οι εκτοπισμοί ξεκίνησαν συχνά ως «άγριες απελάσεις» από τοπικές πολιτοφυλακές και οργισμένα πλήθη, πολύ πριν τεθεί σε εφαρμογή οποιοδήποτε επίσημο σχέδιο. Γερμανοί πολίτες, κυρίως γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι, καθώς οι άνδρες ήταν νεκροί ή αιχμάλωτοι, υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους μέσα σε λίγα λεπτά, αφήνοντας πίσω όλο το βιος τους.
Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες πραγματοποιήθηκαν αυτές οι μετακινήσεις ήταν απάνθρωπες. Στην Πολωνία, πολλοί Γερμανοί οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα εργασίας —ορισμένα από τα οποία ήταν πρώην ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης— όπου πέθαιναν από ασιτία και επιδημίες. Στην Τσεχοσλοβακία, τα διατάγματα Μπένες στέρησαν από τους Γερμανούς την ιθαγένεια και τα περιουσιακά τους στοιχεία, ενώ επεισόδια μαζικών εκτελέσεων αμάχων αμαύρωσαν την περίοδο της απελευθέρωσης. Οι πρόσφυγες που προσπαθούσαν να φτάσουν στη Γερμανία μέσω παγωμένων δρόμων ή υπερφορτωμένων πλοίων βρέθηκαν στο στόχαστρο των σοβιετικών δυνάμεων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη βύθιση του πλοίου «Wilhelm Gustloff», που παραμένει η μεγαλύτερη ναυτική τραγωδία όλων των εποχών.
Για πολλές δεκαετίες, αυτό το κεφάλαιο της ιστορίας παρέμεινε στο περιθώριο, καθώς η αναγνώριση των δεινών των Γερμανών αμάχων θεωρήθηκε ότι θα μπορούσε να υποβαθμίσει τα εγκλήματα του ναζισμού. Ωστόσο, η εθνοκάθαρση των Γερμανών αποτελεί μια σκληρή υπενθύμιση ότι ο πόλεμος δεν τελειώνει καθαρά και ότι η βία, μόλις απελευθερωθεί, σπάνια περιορίζεται σε εκείνους που την προκάλεσαν. Η κατανόηση αυτών των γεγονότων είναι απαραίτητη για να αντιληφθούμε το πλήρες ανθρώπινο κόστος των εθνοτικών συγκρούσεων και τη σημασία της αντιμετώπισης του μίσους, προτού αυτό οδηγήσει σε νέους κύκλους καταστροφής.