Στις 12 Οκτωβρίου 1984, μια ισχυρή έκρηξη συγκλόνισε το Grand Hotel στο Μπράιτον της Αγγλίας, όπου διεξαγόταν το συνέδριο του Συντηρητικού Κόμματος. Στόχος του προσωρινού IRA ήταν η ίδια η πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ και το υπουργικό της συμβούλιο. Η βόμβα, που είχε τοποθετηθεί εβδομάδες νωρίτερα από τον Πάτρικ ΜακΓκί πίσω από ένα πάνελ μπανιέρας στο δωμάτιο 629, εξερράγη τις πρώτες πρωινές ώρες, προκαλώντας την κατάρρευση τμημάτων του κτιρίου και τον θάνατο πέντε ανθρώπων. Η Θάτσερ, η οποία εργαζόταν αργά στο σαλόνι της σουίτας της, γλίτωσε από τύχη, καθώς λίγα λεπτά νωρίτερα βρισκόταν στο μπάνιο, το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς από την πτώση μιας καμινάδας πέντε τόνων.
Το κίνητρο πίσω από την επίθεση ήταν η σκληρή στάση της Θάτσερ απέναντι στον IRA, ειδικά μετά τις απεργίες πείνας του 1981 που οδήγησαν στον θάνατο του Μπόμπι Σανς και εννέα άλλων κρατουμένων. Για τους Ρεπουμπλικανούς, η «Σιδηρά Κυρία» αποτελούσε το σύμβολο της βρετανικής αδιαλλαξίας και η εξόντωσή της θεωρήθηκε μια στρατηγική κίνηση εκδίκησης. Η δήλωση του IRA μετά την επίθεση έμεινε στην ιστορία για την ψυχρότητά της, τονίζοντας ότι «εμείς πρέπει να σταθούμε τυχεροί μόνο μία φορά, εσείς πρέπει να είστε τυχεροί πάντα», υπενθυμίζοντας στη βρετανική ηγεσία ότι κανείς δεν ήταν απρόσβλητος.
Παρά την έκταση της καταστροφής και το σοκ, η Θάτσερ επέμεινε να συνεχιστεί το συνέδριο την επόμενη ημέρα, στέλνοντας το μήνυμα ότι η κυβέρνηση δεν θα υποχωρούσε μπροστά στην τρομοκρατία. Η στάση αυτή ενίσχυσε τη θέση της στο εσωτερικό της χώρας, αλλά ταυτόχρονα σκλήρυνε την πολιτική γραμμή της βρετανικής κυβέρνησης στο ζήτημα της Βόρειας Ιρλανδίας. Η αστυνομική έρευνα που ακολούθησε ήταν εξονυχιστική, οδηγώντας τελικά στον εντοπισμό του ΜακΓκί μέσω ενός παλαμικού αποτυπώματος σε μια κάρτα εγγραφής του ξενοδοχείου, παρά το ψεύτικο όνομα που είχε χρησιμοποιήσει.
Ο ΜακΓκί καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη αλλά απελευθερώθηκε το 1999 στο πλαίσιο της Συμφωνίας της Μεγάλης Παρασκευής, που έθεσε τις βάσεις για την ειρηνευτική διαδικασία. Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές της ιστορίας είναι η μεταγενέστερη σύνδεση του ΜακΓκί με την Τζο Μπέρι, κόρη ενός από τα θύματα της έκρηξης. Οι δυο τους ξεκίνησαν έναν διάλογο συμφιλίωσης, αναδεικνύοντας τις δυσκολίες αλλά και τη σημασία της συγχώρεσης σε περιόδους παρατεταμένων συγκρούσεων. Η βομβιστική επίθεση στο Μπράιτον παραμένει μέχρι σήμερα μια από τις πιο τολμηρές απόπειρες κατά της βρετανικής εξουσίας, υπενθυμίζοντας την εύθραυστη φύση της ασφάλειας σε ταραγμένους καιρούς.