Η ανατροφή των παιδιών είναι ίσως ο πιο απαιτητικός ρόλος που καλούμαστε να αναλάβουμε, συχνά χωρίς «μαγικές συνταγές» ή εγχειρίδια χρήσης. Μέσα στην πίεση της καθημερινότητας, το άγχος της εργασίας και την κόπωση, είναι ανθρώπινο οι γονείς να χάσουν την ψυχραιμία τους. Ωστόσο, η ψυχολόγος Μαρίνα Κόντζηλα προειδοποιεί ότι ορισμένες φράσεις που ξεστομίζουμε πάνω στον θυμό μας μπορεί να αφήσουν βαθιά σημάδια στον ψυχισμό και την αυτοεκτίμηση του παιδιού, επηρεάζοντας ακόμα και την ενήλικη ζωή του.
Μία από τις πιο συνηθισμένες παγίδες είναι η χρήση «ταμπέλων», όπως το να αποκαλούμε ένα παιδί «κακό», «ψεύτη» ή «τεμπέλη». Όταν χρησιμοποιούμε τέτοιους χαρακτηρισμούς, το παιδί τείνει να τους υιοθετεί ως μέρος της ταυτότητάς του, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο αρνητικής συμπεριφοράς. Αντί να επιτιθέμαστε στην προσωπικότητά του, είναι προτιμότερο να εστιάζουμε στην ίδια την πράξη, εξηγώντας γιατί δεν ήταν σωστή και προτείνοντας έναν καλύτερο τρόπο δράσης για την επόμενη φορά.
Εξίσου επιζήμια είναι η σύγκριση με αδέρφια ή συμμαθητές. Κάθε παιδί έχει τον δικό του μοναδικό ρυθμό ανάπτυξης και το δικό του ταπεραμέντο. Η σύγκριση γεννά αισθήματα ματαίωσης και θυμού, οδηγώντας το παιδί στο να εγκαταλείψει την προσπάθεια, ενώ παράλληλα καλλιεργεί έναν ανθυγιεινό ανταγωνισμό. Επίσης, φράσεις που περιλαμβάνουν απειλές εγκατάλειψης ή αμφισβήτηση της αξίας της ύπαρξής του, όπως το «μακάρι να μην σε είχα γεννήσει», προκαλούν ανεπανόρθωτο τραύμα και κλονίζουν το αίσθημα ασφάλειας που πρέπει να παρέχει το οικογενειακό περιβάλλον.
Η ακύρωση των συναισθημάτων είναι ένας άλλος τομέας που χρειάζεται προσοχή. Λέγοντας σε ένα παιδί «μην κλαις» ή «είσαι μεγάλος για να φοβάσαι», του δίνουμε το μήνυμα ότι η έκφραση της ευάλωτης πλευράς του είναι λάθος. Είναι ζωτικής σημασίας να επιτρέπουμε στα παιδιά να εκφράζουν ελεύθερα τους φόβους και τη λύπη τους, προσφέροντάς τους την ασφάλεια ότι είμαστε εκεί για να τα ακούσουμε χωρίς χιούμορ ή απαξίωση. Παράλληλα, η αυταρχικότητα του τύπου «θα γίνει αυτό που λέω εγώ» χωρίς επιχειρήματα, δεν διδάσκει τον σεβασμό, αλλά την επιβολή της εξουσίας, εμποδίζοντας τον δημοκρατικό διάλογο.
Τέλος, είναι σημαντικό οι γονείς να μην μεταθέτουν το βάρος των δικών τους επιλογών ή της σωματικής τους κατάστασης στα παιδιά. Φράσεις που αφορούν θυσίες του παρελθόντος ή ενοχοποίηση του παιδιού για την πίεση του γονέα, δημιουργούν περιττά βάρη στις μικρές πλάτες τους. Οφείλουμε να ενισχύουμε την αυτονομία τους, αποφεύγοντας να κάνουμε τα πάντα εμείς «για να τελειώνουμε», και να τα περιβάλλουμε με αγάπη ακόμα και στις στιγμές της έντασης. Η ψυχραιμία και η κατανόηση είναι τα εργαλεία που θα χτίσουν μια ισορροπημένη σχέση εμπιστοσύνης.