Η πρόσφατη δήλωση της Υπουργού Παιδείας, Σοφίας Ζαχαράκη, περί της ανάγκης να «θεραπευτεί η πληγή των φροντιστηρίων» μέσω του νέου συστήματος αξιολόγησης, φέρνει στο προσκήνιο μια από τις πιο γνωστές και επαναλαμβανόμενες υποσχέσεις της ελληνικής πολιτικής σκηνής. Από το 1980 μέχρι σήμερα, σχεδόν κάθε ένοικος του υπουργικού θώκου στο Μαρούσι έχει χρησιμοποιήσει παρόμοια ρητορική, στοχεύοντας στο ευαίσθητο σημείο της ελληνικής οικογένειας: το δυσβάσταχτο οικονομικό και ψυχολογικό βάρος της παραπαιδείας. Ωστόσο, η πραγματικότητα παραμένει πεισματικά ίδια, με την Ελλάδα να διατηρεί μια από τις πρωτιές στην Ευρώπη σε ιδιωτικές δαπάνες για εξωσχολική υποστήριξη.
Ιστορικά, εμβληματικές μορφές της παιδείας προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν το φαινόμενο, χωρίς όμως να καταφέρουν να το καταργήσουν. Στα τέλη της δεκαετίας του '90, ο Γεράσιμος Αρσένης με τη μεταρρύθμιση του «Ενιαίου Λυκείου» φιλοδοξούσε να κάνει το σχολείο «αρκετό» για τον μαθητή. Λίγα χρόνια αργότερα, η Άννα Διαμαντοπούλου προώθησε το «Νέο Σχολείο», τονίζοντας ότι οι μαθητές πρέπει να λαμβάνουν όλες τις απαραίτητες γνώσεις και πιστοποιήσεις εντός του δημόσιου συστήματος. Ακόμη και την περίοδο 2015-2019, οι υπουργοί Νίκος Φίλης και Κώστας Γαβρόγλου εστίασαν στην ανόρθωση της δημόσιας εκπαίδευσης και στη μείωση των εξεταζόμενων μαθημάτων, με ρητό στόχο την απεξάρτηση από την παραπαιδεία.
Τα τελευταία χρόνια, η προσπάθεια αυτή απέκτησε πιο ψηφιακό πρόσημο. Η Νίκη Κεραμέως έθεσε ως προτεραιότητα την ενίσχυση του δημόσιου σχολείου μέσω αξιολογήσεων και σύγχρονων προγραμμάτων σπουδών, ενώ ο Κυριάκος Πιερρακάκης εισήγαγε το «Ψηφιακό Φροντιστήριο». Πρόκειται για μια καινοτόμο πλατφόρμα δωρεάν ψηφιακών μαθημάτων για τις Πανελλαδικές, η οποία στοχεύει στην παροχή ίσων ευκαιριών σε όλους τους μαθητές, ανεξάρτητα από την οικονομική τους επιφάνεια. Παρά τα βήματα αυτά, το σύστημα των Πανελληνίων συνεχίζει να λειτουργεί ως ένας ισχυρός τροφοδότης της ιδιωτικής προετοιμασίας.
Το θεμελιώδες ερώτημα παραμένει: Γιατί τα φροντιστήρια επιβιώνουν και ακμάζουν παρά τις συνεχείς μεταρρυθμίσεις; Η απάντηση κρύβεται στον έντονα ανταγωνιστικό χαρακτήρα των εισαγωγικών εξετάσεων και στο γεγονός ότι η διδακτέα ύλη είναι συχνά δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με τις διαθέσιμες ώρες διδασκαλίας στο σχολείο. Επιπλέον, η ελληνική κοινωνία έχει επενδύσει πολιτισμικά και συναισθηματικά στην είσοδο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, θεωρώντας την το μοναδικό σίγουρο διαβατήριο για την επαγγελματική αποκατάσταση.
Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι οι ελληνικές οικογένειες να συνεχίζουν να δαπανούν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ ετησίως, αναζητώντας την ασφάλεια που το δημόσιο σχολείο, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των εκπαιδευτικών, δεν έχει καταφέρει ακόμα να εγγυηθεί πλήρως. Η «θεραπεία» της πληγής που επικαλέστηκε η Σοφία Ζαχαράκη απαιτεί κάτι περισσότερο από ένα νέο σύστημα αξιολόγησης: απαιτεί μια βαθιά αλλαγή στη δομή των εξετάσεων και, κυρίως, στην εμπιστοσύνη των πολιτών προς τον θεσμό του δημόσιου Λυκείου.