Η Πολιτιστική Επανάσταση του Μάο Τσετούνγκ στην Κίνα αποτελεί μια από τις πιο ταραγμένες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας, όμως η σφαγή στην περιοχή Γκουανγκσί ξεχωρίζει για τη μοναδική και αποτρόπαιη αγριότητά της. Μεταξύ του 1967 και του 1968, η περιοχή μετατράπηκε σε πεδίο μάχης μεταξύ δύο αντίπαλων φραξιών των Ερυθροφρουρών, με την υποστήριξη του τοπικού στρατού να γέρνει τελικά την πλάστιγγα υπέρ της μίας πλευράς. Αυτό που ακολούθησε δεν ήταν απλώς μια πολιτική κάθαρση, αλλά μια μαζική σφαγή που εκτιμάται ότι κόστισε τη ζωή σε 100.000 έως 150.000 ανθρώπους, με αποκορύφωμα τη συστηματική πρακτική του κανιβαλισμού, όχι ως μέσο επιβίωσης λόγω πείνας, αλλά ως μια διαστρεβλωμένη επίδειξη ισχύος και αφοσίωσης στο καθεστώς.
Οι επίσημες αναφορές της κινεζικής κυβέρνησης από τη δεκαετία του 1980, καθώς και οι έρευνες αντιφρονούντων συγγραφέων, αποκαλύπτουν μια φρικιαστική πραγματικότητα. Σε ορισμένες κομητείες, εκατοντάδες «αντεπαναστάτες» εκτελέστηκαν και τα σώματά τους κανιβαλίστηκαν δημόσια. Οι δράστες αφαιρούσαν όργανα όπως η καρδιά και το συκώτι, τα οποία κατανάλωναν σε συλλογικά συμπόσια, πιστεύοντας συχνά ότι αυτά είχαν φαρμακευτικές ιδιότητες ή ότι με αυτόν τον τρόπο απορροφούσαν τη δύναμη του εχθρού. Ο κανιβαλισμός χρησιμοποιήθηκε ως «τεστ πίστης» για τα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος και τους φοιτητές, οι οποίοι όφειλαν να συμμετάσχουν για να αποδείξουν ότι είχαν αποκόψει κάθε δεσμό με τις παλιές ηθικές αξίες και ότι ήταν απόλυτα αφοσιωμένοι στον σκοπό της επανάστασης.
Η αγριότητα δεν περιορίστηκε μόνο στις εκτελέσεις, αλλά πήρε τη μορφή θεατρικών παραστάσεων δημόσιας ταπείνωσης και διαμελισμού. Υπάρχουν μαρτυρίες για μαθητές που σκότωσαν και έφαγαν τους δασκάλους τους παρουσία τοπικών ηγετών, καθώς και για γυναίκες που αναγκάστηκαν να παρακολουθήσουν τον διαμελισμό των συζύγων τους. Η συλλογική ευθύνη επιβαλλόταν με τη βία, καθώς σε ορισμένες περιοχές κάθε οικογένεια όφειλε να στείλει έναν εκπρόσωπο για να συμμετάσχει στις πράξεις κανιβαλισμού, διασφαλίζοντας έτσι ότι όλοι θα ήταν συνένοχοι και κανείς δεν θα τολμούσε να καταγγείλει τα εγκλήματα αργότερα. Οι πράξεις αυτές θεωρούνταν ένας τρόπος για την πλήρη εξόντωση του «ταξικού εχθρού», μετατρέποντας τον άνθρωπο σε ένα αντικείμενο χωρίς αξία.
Παρά το γεγονός ότι ο κανιβαλισμός διήρκεσε εντατικά για περίπου έξι εβδομάδες, άφησε ένα ανεξίτηλο στίγμα στην ιστορία της Πολιτιστικής Επανάστασης. Η σφαγή του Γκουανγκσί αναδεικνύει πώς η ακραία πολιτική πόλωση και η αποανθρωποποίηση του αντιπάλου μπορούν να οδηγήσουν σε πράξεις που ξεπερνούν κάθε φαντασία. Παρόλο που ο Μάο διέταξε τελικά τον τερματισμό της βίας το 1968, ανακατευθύνοντας τους Ερυθροφρουρούς στην ύπαιθρο, οι πληγές που άνοιξαν στην τοπική κοινωνία παρέμειναν βαθιές για δεκαετίες. Η ιστορία αυτή παραμένει μια σκοτεινή υπενθύμιση του τι μπορεί να συμβεί όταν η ιδεολογία χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει την απόλυτη βαρβαρότητα.