Στις 25 Νοεμβρίου 1826, μόλις μία ημέρα μετά την καθοριστική ελληνική νίκη στη μάχη της Αράχωβας, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης προχώρησε σε μια ενέργεια που έμελλε να μείνει στην ιστορία ως μία από τις πιο αμφιλεγόμενες στιγμές του Αγώνα. Ο Ρουμελιώτης στρατηγός διέταξε την κατασκευή μιας «πυραμίδας» από 300 κεφάλια ηττημένων Τουρκαλβανών, τοποθετώντας στη βάση της μια επιγραφή που χαρακτήριζε το μακάβριο οικοδόμημα ως τρόπαιο των Ελλήνων κατά των Οθωμανών. Η πράξη αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις τόσο από τους συγχρόνους του όσο και από μεταγενέστερους ιστορικούς, οι οποίοι προσπάθησαν να ερμηνεύσουν τα κίνητρα πίσω από αυτή τη σκληρή χειρονομία.
Ιστορικοί της εποχής, όπως ο Σπυρίδων Τρικούπης και ο Δημήτριος Αινιάν, χαρακτήρισαν την ανέγερση της πυραμίδας ως κατάλοιπο βαρβαρότητας και αποτέλεσμα των άγριων ηθών που επικρατούσαν τότε. Ακόμη και ο εθνικός μας ιστορικός, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, δεν δίστασε να αποκαλέσει το τρόπαιο «αποτρόπαιο», παρά τη δόξα της νίκης που το συνόδευε. Για τους μελετητές του 20ού αιώνα, όπως ο Διονύσιος Κόκκινος και ο Δημήτρης Φωτιάδης, η πράξη αυτή σκίασε τη λαμπρότητα της Αράχωβας, μαρτυρώντας τα εξαγριωμένα από τον συνεχή πόλεμο ένστικτα των επαναστατημένων Ελλήνων.
Ωστόσο, για να κατανοήσει κανείς την ενέργεια του Καραϊσκάκη, πρέπει να εξετάσει το πλαίσιο της εποχής χωρίς τους σημερινούς ηθικούς φραγμούς. Η Ελληνική Επανάσταση δεν ήταν ένας πόλεμος ιπποτισμού με διεθνείς κανόνες, αλλά ένας αγώνας επιβίωσης «μέχρι θανάτου». Το κόψιμο του κεφαλιού του εχθρού αποτελούσε τότε τη μοναδική αδιάψευστη απόδειξη της νίκης και δείγμα ανδρείας. Επιπλέον, οι Έλληνες συχνά απαντούσαν στις θηριωδίες των δυναστών τους με το ίδιο νόμισμα. Η πυραμίδα της Αράχωβας ήταν σε μεγάλο βαθμό μια πράξη εκδίκησης και ανταπόδοσης για το αντίστοιχο φρικτό τρόπαιο που είχε στήσει ο Κιουταχής έξω από το Μεσολόγγι, στέλνοντας χιλιάδες αυτιά και κεφάλια Ελλήνων ως δώρο στον Σουλτάνο.
Πέρα από την εκδίκηση, η κίνηση του Καραϊσκάκη έκρυβε και μια βαθιά πολιτική και στρατηγική σκοπιμότητα. Ο στρατηγός επέλεξε να υψώσει το μακάβριο τρόπαιο στη θέση Πλόβαρμα, ένα σημείο ορατό από τους κεντρικούς δρόμους των Δελφών και του Παρνασσού. Με αυτόν τον τρόπο, εξέθετε τους ντόπιους πληθυσμούς στα μάτια των Τούρκων. Πολλοί κάτοικοι της υπαίθρου, εξαντλημένοι από τα χρόνια των συγκρούσεων, δίσταζαν να συνταχθούν ξανά με την Επανάσταση φοβούμενοι τα αντίποινα. Ο Καραϊσκάκης, «λερώνοντας» την περιοχή με το αίμα των εχθρών, καθιστούσε τους κατοίκους συνενόχους στα μάτια των Οθωμανών, κόβοντας κάθε γέφυρα υποταγής ή συνθηκολόγησης με τον εχθρό.
Ταυτόχρονα, η πυραμίδα λειτούργησε ως ένα πανίσχυρο μέσο ψυχολογικού πολέμου. Στο στράτευμα του Καραϊσκάκη συμμετείχαν πολλοί διασωθέντες της Εξόδου του Μεσολογγίου, οι οποίοι διψούσαν για δικαίωση. Η θέα του τροπαίου αναπτέρωσε το ηθικό των Ελλήνων και έστειλε ένα «εύγλωττο» μήνυμα στις οθωμανικές δυνάμεις: ο Καραϊσκάκης δεν ήταν πλέον απλώς ένας αντίπαλος, αλλά ένας ηγέτης αποφασισμένος να φτάσει στα άκρα. Η Ρούμελη συνειδητοποιούσε ότι ο δρόμος προς την ελευθερία περνούσε μέσα από την απόλυτη σύγκρουση, χωρίς επιστροφή.