Η ιστορία του μητροκτόνου της Κατερίνης το 1965 αποτελεί ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της ελληνικής εγκληματολογίας, αναδεικνύοντας το μέγεθος της ανθρώπινης απληστίας. Το θύμα ήταν μια 76χρονη γυναίκα, μια ήσυχη νοικοκυρά που είχε βιώσει την τραγωδία να χάσει τα δικά της παιδιά. Σε μια πράξη αγάπης, είχε υιοθετήσει ένα αγοράκι μόλις τεσσάρων μηνών, δίνοντάς του όνομα, σπίτι και μια προοπτική στη ζωή. Το αγόρι μεγάλωσε, έγινε ράφτης και δημιούργησε τη δική του οικογένεια, ενώ η θετή του μητέρα είχε φροντίσει να τον εξασφαλίσει κληρονομικά, αφήνοντάς του με διαθήκη μια σημαντική έκταση γης 12 στρεμμάτων στην Κατερίνη. Ωστόσο, για τον 29χρονο πλέον άνδρα, η αναμονή για την κληρονομιά αποδείχθηκε αβάσταχτη.
Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε το απόγευμα της 22ας Σεπτεμβρίου 1965. Ο δράστης, γνωρίζοντας τη διαδρομή που ακολουθούσε η ηλικιωμένη για να επισκεφτεί μια συγγενή της, της έστησε καρτέρι σε μια ερημική τοποθεσία. Της επιτέθηκε με μια πέτρα, χτυπώντας την επανειλημμένα στο κεφάλι μέχρι να πέσει ημιθανής. Στη συνέχεια, σε μια πράξη ακραίας σκληρότητας, τη μετέφερε στον ποταμό Αλιάκμονα και την πέταξε στο νερό. Η ιατροδικαστική εξέταση αποκάλυψε μια φρικτή λεπτομέρεια: η άτυχη γυναίκα είχε νερό στους πνεύμονες, που σήμαινε ότι ήταν ακόμη ζωντανή όταν βρέθηκε στο ποτάμι, αφήνοντας την τελευταία της πνοή μέσα στα παγωμένα νερά.
Μετά το έγκλημα, ο 29χρονος προσπάθησε να παίξει τον ρόλο του ανήσυχου γιου, δηλώνοντας την εξαφάνιση και αναζητώντας τη δήθεν με αγωνία. Όμως, η απάθειά του όταν βρέθηκε η σορός μιας άγνωστης ηλικιωμένης στον Αλιάκμονα κίνησε τις υποψίες των αρχών. Η ανάκριση διήρκεσε τρεις ημέρες, κατά τις οποίες ο δράστης άλλαζε συνεχώς τις εκδοχές του, εμπλέκοντας μάλιστα και τη σύζυγό του, η οποία αρχικά ομολόγησε συμμετοχή στη μεταφορά αλλά αργότερα ανακάλεσε, ισχυριζόμενη ότι πιέστηκε. Παρά τις αντιφάσεις και το ξεκάθαρο οικονομικό κίνητρο, η δικαστική κατάληξη της υπόθεσης προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
Η δίκη στο Κακουργιοδικείο Θεσσαλονίκης τον Μάιο του 1966 κατέληξε σε μια απόφαση που θεωρήθηκε προκλητική. Οι ένορκοι μετέτρεψαν το κατηγορητήριο από ανθρωποκτονία εκ προθέσεως σε πρόκληση θανατηφόρων σωματικών βλαβών, καταδικάζοντας τον μητροκτόνο σε μόλις έξι χρόνια κάθειρξη. Η σύζυγός του αθωώθηκε ομόφωνα, ενώ ο εισαγγελέας της έδρας διαμαρτυρήθηκε έντονα για την ετυμηγορία, ζητώντας να κηρυχθεί «πεπλανημένη». Έτσι, η ζωή της γυναίκας που προσέφερε τα πάντα στον θετό της γιο κοστολογήθηκε από τη δικαιοσύνη με έξι χρόνια φυλάκισης, αφήνοντας πίσω της μια πικρή γεύση αδικίας και μια κοινωνία σοκαρισμένη από το μέγεθος της αχαριστίας.